Άρθρα

Μένη Μαλλιώρη » ECDC, Δραστηριότητες » Ιδρυτικός κανονισμός 851/2004 του ECDC

Ιδρυτικός κανονισμός 851/2004 του ECDC

Κανονισμος (ΕΚ) αριθ 851/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του  Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 152 παράγραφος 4,

την πρόταση της Επιτροπής,
τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1),
Aφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης(2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) Πρωταρχική δέσμευση της Κοινότητας είναι να προστατεύει και να προάγει την ανθρώπινη υγεία με την πρόληψη των ανθρώπινων νόσων, ιδίως των μεταδοτικών, και να αντιμετωπίζει τις ενδεχόμενες απειλές για την υγεία προκειμένου να εξασφαλίσει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας των ευρωπαίων πολιτών. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της εξάπλωσης των νόσων απαιτεί την υιοθέτηση συνεκτικής προσέγγισης από τα κράτη μέλη και τη συμβολή έμπειρων ειδικών επί θεμάτων δημόσιας υγείας με συντονισμό σε κοινοτικό επίπεδο.

(2) Η Κοινότητα θα πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανησυχίες των ευρωπαίων πολιτών σχετικά με τις απειλές για τη δημόσια υγεία κατά τρόπο συντονισμένο και συνεπή. Εφόσον η προστασία της υγείας μπορεί να συνεπάγεται την ανάληψη διάφορων ενεργειών, από την ετοιμότητα και τα μέτρα ελέγχου έως την πρόληψη των ανθρωπίνων νόσων, το πεδίο εφαρμογής των ενεργειών αυτών θα πρέπει να διατηρεί την ευρύτητά του. Ο κίνδυνος της σκόπιμης απελευθέρωσης βιολογικών παραγόντων επίσης απαιτεί συνεπή απάντηση εκ μέρους της Κοινότητας.

(3) Τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν πληροφορίες για τις μεταδοτικές νόσους μέσω των κατάλληλων δομών ή/και αρχών σύμφωνα με το άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 2119/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1998 , για τη δημιουργία δικτύου επιδημιολογικής παρακολούθησης και ελέγχου των μεταδοτικών ασθενειών στην Κοινότητα(3), που επιβάλλει τη διεξαγωγή έγκαιρης επιστημονικής ανάλυσης έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η ανάληψη αποτελεσματικής δράσης από την Κοινότητα.

(4) Η απόφαση αριθ. 2119/98/ΕΚ ζητεί ρητώς τη βελτίωση της κάλυψης και της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων δικτύων αποκλειστικής επιτήρησης που έχουν θεσπιστεί μεταξύ των κρατών μελών για την επιτήρηση των μεταδοτικών νόσων, στα οποία θα πρέπει να βασίζονται οι κοινοτικές ενέργειες καθώς και την ενίσχυση της συνεργασίας με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς αρμόδιους σε θέματα δημόσιας υγείας, και ιδίως με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (ΠΟΥ). Το Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων θα πρέπει προς το σκοπό αυτό να θεσπίσει σαφείς διαδικασίες συνεργασίας με την ΠΟΥ.

(5) Μια ανεξάρτητη υπηρεσία, που στο εξής αποκαλείται Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων, θα πρέπει να λειτουργεί ως κοινοτική πηγή ανεξάρτητων επιστημονικών συμβουλών, συνδρομής και εμπειρογνωμοσύνης από καταρτισμένο ιατρικό, επιστημονικό και επιδημιολογικό προσωπικό, με ίδιους πόρους ή τους πόρους των αναγνωρισμένων αρμόδιων φορέων που ενεργούν εξ ονόματος των αρχών των κρατών μελών οι οποίες είναι αρμόδιες για την ανθρώπινη υγεία.

(6) Ο παρών κανονισμός δεν αναθέτει καμία ρυθμιστική εξουσία στο Κέντρο.

(7) Έργο του Κέντρου θα πρέπει να είναι ο εντοπισμός, η αποτίμηση και η δημοσιοποίηση τρεχόντων και αναδυομένων κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία από μεταδοτικές νόσους. Σε περίπτωση εκδήλωσης μιας νόσου αγνώστου προελεύσεως η οποία υπάρχει πιθανότητα να μεταφερθεί στην Κοινότητα ή να εξαπλωθεί εντός αυτής, το Κέντρο θα πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να ενεργεί με ιδία πρωτοβουλία μέχρις ότου καταστεί γνωστή η εστία εκδήλωσης και τότε, σε συνεργασία με τις αρμόδιες σε εθνικό ή κοινοτικό επίπεδο αρχές, να ενεργεί δεόντως.

(8) Mε αυτό τον τρόπο, το Κέντρο θα αυξήσει την ικανότητα επιστημονικής εμπειρογνωμοσύνης στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και θα στηρίξει την ετοιμότητα αντίδρασης της Κοινότητας. Θα πρέπει να στηρίζει τις τρέχουσες δραστηριότητες, όπως είναι τα σχετικά κοινοτικά προγράμματα δράσης στον τομέα της δημόσιας υγείας, σχετικά με τα θέματα της πρόληψης και του ελέγχου των μεταδοτικών νόσων, της επιδημιολογικής επιτήρησης, των προγραμμάτων κατάρτισης και των μηχανισμών έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης, και θα πρέπει να ενισχύσει την ανταλλαγή καλών πρακτικών και εμπειριών σχετικά με τα προγράμματα εμβολιασμού.

(9) Επειδή οι αναδυόμενοι κίνδυνοι για την υγεία μπορούν να έχουν επιπτώσεις τόσο στη διανοητική όσο και στη σωματική υγεία, το Κέντρο θα πρέπει στο πεδίο της αποστολής του να συγκεντρώνει και να αναλύει δεδομένα και πληροφορίες σχετικά με τις αναδυόμενες απειλές της υγείας καθώς και τις σχετικές εξελίξεις με σκοπό την προστασία της δημόσιας υγείας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα χάρις στην ετοιμότητα. Θα πρέπει να υποστηρίζει και συντονίζει τα κράτη μέλη για την ανάπτυξη και τη συντήρηση της ικανότητας έγκαιρης αντίδρασης. Σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης για τη δημόσια υγεία το Κέντρο θα πρέπει να λειτουργεί σε στενή συνεργασία με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και άλλες υπηρεσίες, τα κράτη μέλη και τους διεθνείς οργανισμούς.

(10) Tο Κέντρο θα πρέπει να λαμβάνει μέριμνα έτσι ώστε να διαθέτει, ανά πάσα στιγμή, άριστο επιστημονικό δυναμικό χάρη στους δικούς του εμπειρογνώμονες και τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών και θα πρέπει να ενθαρρύνει, να αναπτύσσει και να καθοδηγεί εφαρμοσμένες επιστημονικές μελέτες. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχύσει την προβολή και την αξιοπιστία της επιστημονικής εμπειρογνωμοσύνης στην Κοινότητα. Επιπλέον, θα υποστηρίζει τα σχέδια ετοιμότητας της Κοινότητας, ενισχύοντας τους δεσμούς με τον κλινικό τομέα και τον τομέα της δημόσιας υγείας αλλά και μεταξύ των τομέων αυτών αυξάνοντας την εργαστηριακή ικανότητα στον τομέα της δημόσιας υγείας για ταχεία διάγνωση και στηρίζοντας και συντονίζοντας προγράμματα κατάρτισης.

(11) Το διοικητικό συμβούλιο είναι σκόπιμο να επιλεγεί κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζονται τα υψηλότερα δυνατά επίπεδα ικανοτήτων και ένα ευρύ φάσμα εμπειρίας μεταξύ των εκπροσώπων των κρατών μελών, της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

(12) Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, την επαλήθευση της εκτέλεσής του, την κατάρτιση του εσωτερικού κανονισμού, την εξασφάλιση συνέπειας με τις κοινοτικές πολιτικές, την έγκριση του δημοσιονομικού κανονισμού του Κέντρου σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( «δημοσιονομικός κανονισμός» )(4)και για το διορισμό του διευθυντή ύστερα από κοινοβουλευτική ακρόαση του επιλεγέντος υποψηφίου.

(13) Ένα συμβουλευτικό σώμα θα πρέπει να παρέχει συμβουλές στο διευθυντή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του/της. Το σώμα αυτό θα πρέπει να απαρτίζεται από εκπροσώπους των αρμόδιων οργάνων στα κράτη μέλη τα οποία εκτελούν καθήκοντα παρόμοια με τα καθήκοντα του Κέντρου και από εκπροσώπους των σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενδιαφερομένων φορέων, όπως είναι οι μη κυβερνητικές οργανώσεις και οι επαγγελματικοί ή ακαδημαϊκοί φορείς. Το συμβουλευτικό σώμα αποτελεί ένα μηχανισμό για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους ενδεχόμενους κινδύνους και τη συγκέντρωση γνώσεων, καθώς επίσης και για την παρακολούθηση της επιστημονικής αριστείας και της ανεξαρτησίας των εργασιών του Κέντρου.

(14) Η εμπιστοσύνη των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, του κοινού και των ενδιαφερόμενων μερών στο Κέντρο έχει πρωταρχική σημασία. Για το σκοπό αυτό πρέπει να κατοχυρωθεί η ανεξαρτησία του, η υψηλή επιστημονική ποιότητα, η διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα του Κέντρου.

(15) Η ανεξαρτησία του Κέντρου και ο ρόλος του για την ενημέρωση του κοινού συνεπάγονται ότι θα είναι σε θέση να επικοινωνεί με ιδία πρωτοβουλία στους τομείς της αποστολής του, έχοντας ως σκοπό να παρέχει αντικειμενικές, αξιόπιστες και κατανοητές πληροφορίες για να βελτιωθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών.

(16) Tο Κέντρο θα πρέπει να χρηματοδοτείται από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την επιφύλαξη των προτεραιοτήτων που συμφωνήθηκαν από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εντός των δημοσιονομικών προοπτικών. Η διαδικασία που ισχύει για τον προϋπολογισμό της Κοινότητας ισχύει και για τις επιδοτήσεις που χρεώνονται στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτιμώνται ετησίως. Επιπλέον το Ελεγκτικό Συνέδριο πρέπει να εκτελεί τον έλεγχο των λογαριασμών.

(17) Είναι ανάγκη να μπορούν να συμμετέχουν χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχουν συνάψει συμφωνίες που τις υποχρεώνουν να μεταφέρουν και να εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα που καλύπτει ο παρών κανονισμός.

(18) Θα πρέπει να διενεργηθεί ανεξάρτητη εξωτερική αξιολόγηση για να αποτιμηθεί η συμβολή του Κέντρου στην πρόληψη και τον έλεγχο των ανθρωπίνων νόσων και να εξετασθεί η πιθανή ανάγκη επέκτασης του πεδίου αποστολής του Κέντρου σε άλλους σημαντικούς τομείς της δημόσιας υγείας σε κοινοτικό επίπεδο, και ειδικότερα στον τομέα της επιτήρησης της υγείας.

(19) Το Κέντρο θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να δρομολογεί επιστημονικές μελέτες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων του, εξασφαλίζοντας ότι οι σχέσεις του με την Επιτροπή και τα κράτη μέλη αποφεύγουν την επικάλυψη των προσπαθειών. Τούτο πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ανοικτό και διαφανή και το Κέντρο πρέπει να λάβει υπόψη του την εμπειρογνωμοσύνη, τις δομές και τους μηχανισμούς που υπάρχουν ήδη στην Κοινότητα,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Με τον παρόντα κανονισμό ιδρύεται ανεξάρτητος ευρωπαϊκός οργανισμός για την πρόληψη και τον έλεγχο νόσων, καθορίζεται η αποστολή και τα καθήκοντά του καθώς και η οργανωτική του δομή.
2.   Η υπηρεσία ονομάζεται Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων και στη συνέχεια αναφέρεται ως «το Κέντρο» .

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού νοούνται ως:
α)    «Αρμόδιος φορέας» : οποιαδήποτε δομή, ίδρυμα, υπηρεσία ή άλλο επιστημονικό όργανο που αναγνωρίζεται από τις αρχές των κρατών μελών ότι παρέχει ανεξάρτητες επιστημονικές και τεχνικές συμβουλές ή έχει υπεύθυνη ικανότητα για δράση στον τομέα της πρόληψης και του ελέγχου των ανθρώπινων νόσων.
β)    «Πρόληψη και έλεγχος των ανθρώπινων νόσων» : το σύνολο των μέτρων που λαμβάνουν οι αρμόδιες για τη δημόσια υγεία αρχές στα κράτη μέλη με σκοπό την πρόληψη και την αναχαίτιση της εξάπλωσης μιας νόσου.
γ)   «Δίκτυο αποκλειστικής επιτήρησης» : κάθε ειδικό δίκτυο για νόσους ή ειδικά ζητήματα υγείας που έχουν επιλεγεί για επιδημιολογική επιτήρηση από διαπιστευμένες δομές και αρχές των κρατών μελών.
δ)  «Μεταδοτικές ασθένειες» : οι κατηγορίες ασθενειών που αναγράφονται στο παράρτημα της απόφασης αριθ. 2119/98/ΕΚ μετά την τροποποίησή της.
ε)  «Απειλή για την υγεία» : μια κατάσταση ή ένας παράγοντας ή ένα συμβάν που θα μπορούσαν να προκαλέσουν άμεσα ή έμμεσα, κακή υγεία.
στ) «Eπιδημιολογική παρακολούθηση» : όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 2119/98/ΕΚ.
ζ)    «Κοινοτικό δίκτυο» : όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 2119/98/ΕΚ.
η)   Ως «σύστημα έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης» νοείται το δίκτυο στο πλαίσιο της απόφασης αριθ. 2119/98/ΕΚ για την πρόληψη και τον έλεγχο μεταδοτικών νόσων, το οποίο δημιουργήθηκε με την καθιέρωση διαρκούς επικοινωνίας της Επιτροπής και των αρμοδίων αρχών υγείας σε κάθε κράτος μέλος με όλα τα κατάλληλα μέσα που ορίζει η απόφαση 2000/57/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1999 , για σύστημα έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης για την πρόληψη και τον έλεγχο μεταδοτικών ασθενειών δυνάμει της απόφασης αριθ. 2119/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου(5).

Άρθρο 3

Αποστολή και αρμοδιότητες του Κέντρου

1.   Για να ενισχυθεί η ικανότητα της Κοινότητας και των κρατών μελών να προστατεύουν την υγεία του ανθρώπου με την πρόληψη και τον έλεγχο των ανθρωπονόσων, αποστολή του Κέντρου είναι ο εντοπισμός, η αξιολόγηση και η γνωστοποίηση υπαρχόντων και αναδυόμενων απειλών για την ανθρώπινη υγεία από μεταδοτικές νόσους και άλλες σοβαρές απειλές για την υγεία. Σε περίπτωση εκδήλωσης άλλων ασθενειών άγνωστης προέλευσης που υπάρχει πιθανότητα να μεταφερθούν στην Κοινότητα ή να εξαπλωθούν εντός αυτής, θα πρέπει το Κέντρο να έχει την αρμοδιότητα να ενεργεί με ιδία πρωτοβουλία μέχρις ότου καταστεί γνωστή η εστία εκδήλωσης. Σε περίπτωση εκδήλωσης η οποία είναι σαφές ότι δεν προκαλείται από μεταδοτική νόσο, το Κέντρο θα πρέπει να ενεργεί μόνο σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, άμα τη αιτήσει αυτών των τελευταίων. Για την εκπλήρωση της αποστολής του, το Κέντρο θα λαμβάνει πλήρως υπόψη τις αρμοδιότητες των κρατών μελών, της Επιτροπής και των άλλων κοινοτικών οργανισμών, καθώς και τις αρμοδιότητες των διεθνών οργανισμών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δημόσιας υγείας, ώστε να διασφαλιστεί η συνοχή, συνέπεια και αποτελεσματικότητα της δράσης.
2.   Στο πλαίσιο της αποστολής του το Κέντρο:
α)   αναζητεί, συλλέγει, συμπιλεί, αξιολογεί και διαδίδει τα σχετικά επιστημονικά και τεχνικά στοιχεία·
β) παρέχει επιστημονικές γνωμοδοτήσεις και επιστημονική και τεχνική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης·
γ) παρέχει έγκαιρη ενημέρωση στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη, στους κοινοτικούς οργανισμούς και στους διεθνείς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δημόσιας υγείας·
δ)  συντονίζει το ευρωπαϊκό δίκτυο των φορέων που δραστηριοποιούνται στους σχετικούς με την αποστολή του Κέντρου τομείς, συμπεριλαμβανομένων των δικτύων που προκύπτουν από υποστηριζόμενες από την Επιτροπή δράσεις στον τομέα της δημόσιας υγείας και που λειτουργούν τα δίκτυα αποκλειστικής επιτήρησης
και
ε)  ανταλλάσσει πληροφορίες, εμπειρίες και βέλτιστες πρακτικές και διευκολύνει την ανάπτυξη και εφαρμογή συνδυασμένων δράσεων.
3.  Το Κέντρο, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη συνεργάζονται για την προώθηση της αποτελεσματικής συνοχής μεταξύ των αντίστοιχων δραστηριοτήτων τους.

Άρθρο 4

Υποχρεώσεις των κρατών μελών

Τα κράτη μέλη:

α) παρέχουν εγκαίρως στο Κέντρο τα διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα που σχετίζονται με την αποστολή του·
β)  κοινοποιούν στο Κέντρο κάθε μήνυμα που διαβιβάζεται στο κοινοτικό δίκτυο μέσω του συστήματος έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης·
και
γ) προσδιορίζουν, εντός του επιχειρησιακού πεδίου αποστολής του Κέντρου, τους αναγνωρισμένους αρμόδιους φορείς και τους εμπειρογνώμονες της δημόσιας υγείας οι οποίοι μπορούν να υποστηρίζουν την κοινοτική αντίδραση στις απειλές για την υγεία, όπως έρευνες πεδίου σε περίπτωση έξαρσης κρουσμάτων ή εμφάνισης εστιών νόσων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ

Άρθρο 5

Λειτουργία δικτύων αποκλειστικής επιτήρησης και δραστηριότητες δικτύωσης

1.   Το Κέντρο, με την λειτουργία δικτύων αποκλειστικής επιτήρησης και με την παροχή τεχνικής και επιστημονικής τεχνογνωσίας στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη, υποστηρίζει δραστηριότητες δικτύωσης αρμόδιων φορέων που αναγνωρίζονται από τα κράτη μέλη.
2.   Tο Κέντρο διασφαλίζει την ολοκληρωμένη λειτουργία δικτύων αποκλειστικής επιτήρησης αρχών και δομών που προβλέπονται από την απόφαση αριθ. 2119/98/ΕΚ, με τη συνδρομή, αν χρειαστεί, ενός ή περισσότερων δικτύων παρακολούθησης. Ειδικότερα:
α)  συμβάλλει στη διασφάλιση της ποιότητας με την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των δραστηριοτήτων επιτήρησης παρόμοιων δικτύων αποκλειστικής επιτήρησης για την εξασφάλιση της βέλτιστης λειτουργίας
β)   συντηρεί τη βάση (τις βάσεις) δεδομένων επιδημιολογικής επιτήρησης
γ)   κοινοποιεί τα αποτελέσματα της ανάλυσης δεδομένων στο κοινοτικό δίκτυο
καi
δ)  εναρμονίζει και εξορθολογίζει τις εν χρήσει μεθόδους.
3.   Tο Κέντρο, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των ειδικών εργαστηρίων και εργαστηρίων αναφοράς, ενισχύει την ανάπτυξη επαρκούς ικανότητας εντός της Κοινότητας για τη διάγνωση, τον εντοπισμό, την ταυτοποίηση και τον χαρακτηρισμό μολυσματικών παραγόντων που ενδέχεται να αποτελέσουν απειλή για τη δημόσια υγεία. Το Κέντρο διατηρεί και επεκτείνει τη συνεργασία αυτή και στηρίζει την εφαρμογή των συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας.
4.   Tο Κέντρο συνεργάζεται με τους αρμόδιους φορείς που έχουν αναγνωρίσει τα κράτη μέλη ιδίως για τη διενέργεια προπαρασκευαστικών εργασιών με σκοπό την έκδοση επιστημονικών γνωμοδοτήσεων, επιστημονικής και τεχνικής βοήθειας, για τη συλλογή δεδομένων και τον προσδιορισμό των αναδυόμενων απειλών για την υγεία.

Άρθρο 6

Επιστημονικές γνώμες και μελέτες

1.  Tο Κέντρο υποστηρίζει ανεξάρτητες επιστημονικές γνώμες, ειδικές συμβουλές, δεδομένα και πληροφορίες.
2.    Το Κέντρο λαμβάνει μέριμνα ώστε να έχει ανά πάσα στιγμή στη διάθεσή του άριστο επιστημονικό δυναμικό, μέσω των καλύτερων εμπειρογνωμόνων που υπάρχουν. Όταν ανεξάρτητη επιστημονική εμπειρογνωμοσύνη δεν είναι διαθέσιμη από τα υφιστάμενα ειδικά δίκτυα επιτήρησης, το Κέντρο μπορεί να συγκροτεί ανεξάρτητες ad hoc επιστημονικές ομάδες.
3.   Το Κέντρο μπορεί να προωθεί και να δρομολογεί τις επιστημονικές μελέτες που είναι αναγκαίες για τη διεκπεραίωση της αποστολής του και εφαρμοσμένες επιστημονικές μελέτες και σχέδια σχετικά με τη σκοπιμότητα, την ανάπτυξη και την προετοιμασία των δραστηριοτήτων του. Το Κέντρο αποφεύγει τις επικαλύψεις με ερευνητικά προγράμματα των κρατών μελών ή της Κοινότητας.
4.   Το Κέντρο διαβουλεύεται με την Επιτροπή σχετικά με τον προγραμματισμό και τη θέσπιση προτεραιοτήτων όσον αφορά την έρευνα και τις μελέτες για τη δημόσια υγεία.

Άρθρο 7
Διαδικασία για την υποβολή επιστημονικής γνώμης

1.   Το Κέντρο εκδίδει επιστημονική γνώμη:
α) ύστερα από αίτημα της Επιτροπής, για κάθε θέμα που εμπίπτει στην αποστολή του, και σε κάθε περίπτωση που η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει τη γνωμοδότηση του Κέντρου·
β)  ύστερα από αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή κράτους μέλους, για θέματα που εμπίπτουν στην αποστολή του
και
γ)   με δική του πρωτοβουλία, για θέματα που εμπίπτουν στην αποστολή του.
2.   Τα αιτήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρέπει να συνοδεύονται από συμπληρωματικές πληροφορίες που να εξηγούν το επιστημονικό θέμα που πρέπει να εξεταστεί καθώς και το κοινοτικό ενδιαφέρον που αυτό παρουσιάζει.
3.   Το Κέντρο εκδίδει επιστημονικές γνώμες εντός αμοιβαίως συμπεφωνημένης προθεσμίας.
4.   Σε περίπτωση υποβολής αιτημάτων για το ίδιο θέμα ή όταν ένα αίτημα δεν συμμορφώνεται με την παράγραφο 2, ή δεν είναι σαφές, το Κέντρο μπορεί να το απορρίψει ή να προτείνει την τροποποίηση της αίτησης γνωμοδότησης, σε διαβούλευση με το θεσμικό όργανο ή το κράτος μέλος που την υπέβαλε. Στο θεσμικό όργανο ή στο κράτος μέλος που υπέβαλε τη σχετική αίτηση δίδεται αιτιολόγηση της άρνησης.
5.   Σε περίπτωση που το Κέντρο έχει ήδη εκδώσει επιστημονική γνώμη για ένα συγκεκριμένο θέμα κατόπιν αιτήματος και κρίνει ότι δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που να δικαιολογούν την επανεξέτασή του, δίνονται στο θεσμικό όργανο ή στο κράτος μέλος που υπέβαλε τη σχετική αίτηση στοιχεία προς επίρρωση αυτής της κρίσεως.
6.   Ο εσωτερικός κανονισμός του Κέντρου προσδιορίζει τις προδιαγραφές όσον αφορά το μορφότυπο, το αιτιολογικό και τη δημοσίευση της επιστημονικής γνώμης.

Άρθρο 8
Λειτουργία του συστήματος έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης

1.   Το Κέντρο υποστηρίζει και βοηθά την Επιτροπή διαχειριζόμενο τη λειτουργία του συστήματος έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης και εξασφαλίζοντας, από κοινού με τα κράτη μέλη, την ικανότητα συντονισμένης αντίδρασης.
2.   Το Κέντρο αναλύει το περιεχόμενο των μηνυμάτων που λαμβάνει μέσω του συστήματος έγκαιρου συναγερμού και ταχείας αντίδρασης. Το Κέντρο παρέχει τις πληροφορίες, την τεχνογνωσία, τις συμβουλές και την ανάλυση κινδύνου. Το Κέντρο μεριμνά επίσης, προκειμένου να διασφαλίσει ότι το σύστημα έγκαιρου συναγερμού και αντίδρασης είναι πραγματικά και αποτελεσματικά συνδεδεμένο με άλλα κοινοτικά συστήματα συναγερμού (π.χ. για την υγεία των ζώων, τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και την πολιτική προστασία).

Άρθρο 9

Επιστημονική και τεχνική υποστήριξη και κατάρτιση

1.  Το Κέντρο παρέχει επιστημονική και τεχνική τεχνογνωσία στα κράτη μέλη, στην Επιτροπή και σε άλλους οργανισμούς της Κοινότητας σχετικά με την ανάπτυξη, την τακτή επανεξέταση και την αναπροσαρμογή σχεδίων ετοιμότητας, καθώς και την ανάπτυξη στρατηγικών παρέμβασης στους τομείς που εμπίπτουν στην αποστολή του.
2.  Η Επιτροπή, τα κράτη μέλη, τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμοί (συγκεκριμένα η ΠΟΥ) μπορεί να ζητήσουν από το Κέντρο την παροχή επιστημονικής ή τεχνικής υποστήριξης σε κάθε τομέα της αποστολής του. Η επιστημονική και τεχνική υποστήριξη που παρέχει το Κέντρο θα βασίζεται στην τεκμηριωμένη επιστήμη και τεχνολογία. Η υποστήριξη αυτή μπορεί να περιλαμβάνει την παροχή βοήθειας στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη για την ανάπτυξη τεχνικών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την καλή πρακτική και με προστατευτικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται ως αντίδραση σε απειλές προς την ανθρώπινη υγεία, παρέχοντας βοήθεια εμπειρογνωμόνων, καθώς και κινητοποιώντας και συντονίζοντας ομάδες ερευνών. Το Κέντρο ανταποκρίνεται στο πλαίσιο των οικονομικών δυνατοτήτων του και της αποστολής του.
3.   Αιτήματα παροχής επιστημονικής ή τεχνικής υποστήριξης προς το Κέντρο συνοδεύονται από προθεσμία που ορίζεται σε συμφωνία με το Κέντρο.
4.   Σε περίπτωση αιτήματος υποστήριξης από την Επιτροπή, ένα κράτος μέλος, μια τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό, και όταν που οι οικονομικές δυνατότητες του Κέντρου δεν επαρκούν για την ικανοποίηση του αιτήματος, το Κέντρο αξιολογεί το αίτημα και διερευνά τις δυνατότητες αντίδρασης άμεσα ή μέσω άλλων κοινοτικών μηχανισμών.
5.   Το Κέντρο ενημερώνει τις αρχές των κρατών μελών και την Επιτροπή, χωρίς καθυστέρηση, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικτύου που έχει συσταθεί με την απόφαση αριθ. 2119/98/ΕΚ για οποιοδήποτε τέτοιο αίτημα και για τις προθέσεις του.
6.   Το Κέντρο υποστηρίζει και συντονίζει καταλλήλως προγράμματα κατάρτισης, προκειμένου να συνδράμει τα κράτη μέλη και την Επιτροπή ώστε να έχουν επαρκή αριθμό καταρτισμένων ειδικών, ιδίως σε ό,τι αφορά την επιδημιολογική εποπτεία και τις επιτόπιες έρευνες, και να έχουν την ικανότητα λήψης υγειονομικών μέτρων για τον έλεγχο των εκδηλώσεων νόσων.

Άρθρο 10

Προσδιορισμός των αναδυόμενων απειλών για τη δημόσια υγεία

1.  Tο Κέντρο καθιερώνει, στους τομείς που εμπίπτουν στην αποστολή του και σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, διαδικασίες για τη συστηματική διερεύνηση, τη συλλογή, τη σύνθεση και την ανάλυση πληροφοριών και δεδομένων με σκοπό τον προσδιορισμό των αναδυόμενων απειλών που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις για τη σωματική και πνευματική υγεία και οι οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν την Κοινότητα.
2.  Tο Κέντρο διαβιβάζει στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ετήσια αξιολόγηση των υπαρχουσών και των αναδυόμενων απειλών για την υγεία στην Κοινότητα.
3.  Το Κέντρο ενημερώνει επίσης την Επιτροπή και τα κράτη μέλη, όσο το δυνατόν συντομότερα, για πορίσματα που απαιτούν την άμεση προσοχή τους.

Άρθρο 11

Συλλογή και ανάλυση δεδομένων

1. Tο Κέντρο συντονίζει τη συλλογή, την επικύρωση, την ανάλυση και τη διάδοση δεδομένων σε κοινοτικό επίπεδο συμπεριλαμβανομένων των στρατηγικών εμβολιασμού. Η στατιστική πτυχή της εν λόγω συλλογής δεδομένων αναπτύσσεται σε συνεργασία με κράτη μέλη που χρησιμοποιούν, ως ενδείκνυται, το κοινοτικό στατιστικό πρόγραμμα, για την προώθηση συνέργιας και την αποφυγή επικαλύψεων.
2.  Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 το Κέντρο:
– αναπτύσσει, με τα αρμόδια όργανα των κρατών μελών και την Επιτροπή, κατάλληλες διαδικασίες προς διευκόλυνση της διαβούλευσης και της διαβίβασης δεδομένων και της πρόσβασης σε αυτά,
– διεξάγει τεχνική και επιστημονική αξιολόγηση μέτρων πρόληψης και ελέγχου σε κοινοτικό επίπεδο
και
– συνεργάζεται στενά με τους αρμόδιους φορείς των κρατών μελών, οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της συλλογής δεδομένων, από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, τρίτες χώρες, την ΠΟΥ και άλλους διεθνείς οργανισμούς.
3. Το Κέντρο διαθέτει τις σχετικές πληροφορίες που συνέλεξε, βάσει των παραγράφων 1 και 2, στα κράτη μέλη κατά τρόπο αντικειμενικό, αξιόπιστο και προσιτό.

Άρθρο 12

Ανακοινώσεις για τις δραστηριότητες του Κέντρου

1.  Tο Κέντρο εκδίδει ανακοινώσεις με δική του πρωτοβουλία για τους τομείς που καλύπτει η αποστολή του, αφού ενημερώσει εκ των προτέρων την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Εξασφαλίζει ότι το κοινό και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη λαμβάνουν αντικειμενικές, αξιόπιστες και προσιτές πληροφορίες σε σχέση με τα αποτελέσματα των εργασιών του. Για την επίτευξη των στόχων αυτών, το Κέντρο διαθέτει πληροφορίες για το ευρύ κοινό, μεταξύ άλλων μέσω ειδικής ιστοθέσης. Επίσης δημοσιεύει τις γνωμοδοτήσεις του που δίδονται σύμφωνα με το άρθρο 6.
2.   Tο Κέντρο συνεργάζεται στενά με την Επιτροπή και τα κράτη μέλη για την εξασφάλιση της αναγκαίας συνοχής στη διαδικασία ανακοίνωσης των κινδύνων όσον αφορά τις απειλές για την υγεία.
3.   Το Κέντρο συνεργάζεται δεόντως με τους αρμόδιους φορείς στα κράτη μέλη και με τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τις εκστρατείες ενημέρωσης του κοινού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

OΡΓΑΝΩΣΗ

Άρθρο 13

Όργανα του Κέντρου

Tο Κέντρο αποτελείται από:
α)  το διοικητικό συμβούλιο·
β)  το διευθυντή και το προσωπικό του/της·
γ)  το συμβουλευτικό σώμα.

Άρθρο 14

Διοικητικό Συμβούλιο

1. Tο διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από τρία μέλη τα οποία εκπροσωπούν την Επιτροπή και διορίζονται από αυτή, ένα μέλος ορίζεται από κάθε κράτος μέλος, ενώ δύο μέλη ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
2. Tα μέλη του Συμβουλίου διορίζονται έτσι ώστε να τηρούνται τα αυστηρότερα κριτήρια επάρκειας και να διασφαλίζεται ένα ευρύ φάσμα γνώσεων.
Αναπληρωτές, που αντικαθιστούν τα μέλη κατά την απουσία τους, ορίζονται με την ίδια διαδικασία.
Η θητεία των μελών είναι τετραετής και μπορεί να παραταθεί.
3. Tο διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του βάσει πρότασης του διευθυντή. Ο εν λόγω κανονισμός δημοσιοποιείται.
Tο διοικητικό συμβούλιο εκλέγει πρόεδρό του ένα από τα μέλη του για περίοδο δύο ετών με δυνατότητα παράτασης.
Tο διοικητικό συμβούλιο συνέρχεται τουλάχιστον δύο φορές κατ’ έτος με πρόσκληση του προέδρου ή κατόπιν αιτήματος του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών του.
4. Το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τον κανονισμό λειτουργίας του.
5. Tο διοικητικό συμβούλιο:
α) ασκεί πειθαρχικό έλεγχο στο διευθυντή τον οποίο και ορίζει ή παύει σύμφωνα με το άρθρο 17·
β) μεριμνά ώστε το Κέντρο να εκπληρώνει την αποστολή του και να εκτελεί τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί υπό τους όρους του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων στη βάση τακτικών ανεξάρτητων και εξωτερικών αξιολογήσεων ανά πενταετία·
γ) συντάσσει κατάλογο των αρμόδιων φορέων που αναφέρονται στο άρθρο 5 και τον δημοσιοποιεί·
δ) εγκρίνει πριν από την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους το πρόγραμμα εργασίας για το προσεχές έτος. Επίσης εγκρίνει ένα αναθεωρήσιμο πολυετές πρόγραμμα. Tο διοικητικό συμβούλιο μεριμνά έτσι ώστε τα εν λόγω προγράμματα να είναι σύμφωνα με τις νομοθετικές προτεραιότητες και τις προτεραιότητες πολιτικής της Κοινότητας στον τομέα της αποστολής τους. Πριν από την 30ή Μαρτίου κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο εγκρίνει τη γενική έκθεση για τις δραστηριότητές του κατά το προηγούμενο έτος·
ε) εγκρίνει τους δημοσιονομικούς κανόνες που ισχύουν για το Κέντρο, ύστερα από διαβούλευση με την Επιτροπή. Οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να αποκλίνουν από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2343/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002 , για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων(6), εκτός αν αυτό απαιτείται ειδικά για τη λειτουργία του Κέντρου και με προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής·
στ) καθορίζει, με ομοφωνία των μελών του, τους κανόνες όσον αφορά τις γλώσσες του Κέντρου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας διάκρισης μεταξύ των εσωτερικών εργασιών του Κέντρου και της εξωτερικής επικοινωνίας, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να διασφαλίζεται και στις δύο περιπτώσεις η πρόσβαση και η συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων φορέων στις εργασίες του Κέντρου.
6. Ο διευθυντής συμμετέχει στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφου και παρέχει γραμματειακή υποστήριξη.

Άρθρο 15

Ψηφοφορία

1.  Tο διοικητικό συμβούλιο αποφασίζει με απλή πλειοψηφία όλων των μελών του. Για την ψήφιση του κανονισμού του Κέντρου, των εσωτερικών κανόνων λειτουργίας του, του προϋπολογισμού, του ετήσιου προγράμματος εργασιών, του διορισμού και της παύσης του Διευθυντή απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων.
2.  Καθένα από τα μέλη αυτά διαθέτει μια μόνο ψήφο. Ο διευθυντής του Κέντρου δεν ψηφίζει.
3.  Στην περίπτωση απουσίας ενός μέλους, ο αναπληρωτής του εξουσιοδοτείται να ψηφίσει για λογαριασμό του.
4.  Ο εσωτερικός κανονισμός θα ρυθμίσει με περισσότερες λεπτομέρειες τα περί της ψηφοφορίας, ιδίως τους όρους υπό τους οποίους ένα μέλος μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό άλλου.

Άρθρο 16
Διευθυντής

1. Tο Κέντρο διοικείται από το διευθυντή του, ο οποίος είναι εντελώς ανεξάρτητος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής και του διοικητικού συμβουλίου αντίστοιχα.
2.  Ο διευθυντής είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος του Κέντρου και είναι υπεύθυνος για τα εξής:
α) την καθημερινή διοίκηση του Κέντρου·
β) τη σύνταξη σχεδίων προγραμμάτων εργασίας·
γ) την προετοιμασία των συζητήσεων στο διοικητικό συμβούλιο·
δ) την εκτέλεση των προγραμμάτων εργασίας και των αποφάσεων που λαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο·
ε) την εξασφάλιση της κατάλληλης επιστημονικής, τεχνικής και διοικητικής υποστήριξης στο συμβουλευτικό σώμα·
στ) την εξασφάλιση της εκτέλεσης των καθηκόντων του σύμφωνα με τις απαιτήσεις των χρηστών του, ιδίως όσον αφορά την επιστημονική αριστεία και την ανεξαρτησία των δραστηριοτήτων και γνωμών, την επάρκεια των παρεχόμενων υπηρεσιών και του χρόνου που απαιτείται για την παροχή τους·
ζ) την κατάρτιση της κατάστασης εσόδων και εξόδων και την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Κέντρου·
η) όλα τα θέματα προσωπικού, και ιδίως την άσκηση των εξουσιών που καθορίζονται στο άρθρο 29 παράγραφος 2.
3.  Κάθε έτος ο διευθυντής υποβάλει στο διοικητικό συμβούλιο προς έγκριση:
α) σχέδιο γενικής έκθεσης το οποίο καλύπτει όλες τις δραστηριότητες του Κέντρου για το προηγούμενο έτος·
β) σχέδιο προγραμμάτων εργασίας·
γ)  το σχέδιο των ετήσιων λογαριασμών για το προηγούμενο έτος·
δ)  το σχέδιο προϋπολογισμού για το προσεχές έτος.
4. Ο διευθυντής διαβιβάζει, το αργότερο έως τις 15 Ιουνίου, τη γενική έκθεση για τις δραστηριότητες του Κέντρου στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, ύστερα από έγκριση της έκθεσης από το διοικητικό συμβούλιο. Το Κέντρο διαβιβάζει ετησίως στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή κάθε πληροφορία σχετικά με το αποτέλεσμα των διαδικασιών αξιολόγησης.
5. Ο διευθυντής ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο σχετικά με τις δραστηριότητες του Κέντρου.

Άρθρο 17

Διορισμός του διευθυντή

1. Ο διευθυντής διορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο βάσει καταλόγου υποψηφίων που προτείνει η Επιτροπή κατόπιν γενικού διαγωνισμού και μετά από δημοσίευση πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που δημοσιεύεται στην ΕπίσημηΕφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης , και αλλού για περίοδο πέντε ετών, η οποία μπορεί να παραταθεί για μια ακόμη περίοδο μέγιστης διάρκειας πέντε ετών.
2. Πριν από το διορισμό, ο υποψήφιος που ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο καλείται χωρίς καθυστέρηση να προβεί σε δήλωση ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και να απαντήσει σε ερωτήσεις των μελών του.

Άρθρο 18
Συμβουλευτικό σώμα

1. Το συμβουλευτικό σώμα αποτελείται από μέλη των τεχνικώς αρμόδιων φορέων των κρατών μελών οι οποίοι έχουν εκτελούν καθήκοντα παρεμφερή με τα καθήκοντα του Κέντρου· κάθε κράτος μέλος μπορεί να ορίσει μόνο έναν εκπρόσωπο, ο οποίος είναι αναγνωρισμένος για την επιστημονική του επάρκεια, καθώς και τρία μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου, τα οποία ορίζονται από την Επιτροπή και εκπροσωπούν ενδιαφερομένους φορείς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως μη κυβερνητικές οργανώσεις για την εκπροσώπηση ασθενών, επαγγελματικές ενώσεις ή τον ακαδημαϊκό χώρο. Οι εκπρόσωποι μπορούν να αντικαθίστανται από αναπληρωματικούς οι οποίοι διορίζονται ταυτόχρονα με τους εκπροσώπους.
2. Τα μέλη του συμβουλευτικού σώματος δεν πρέπει να είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
3. Το συμβουλευτικό σώμα υποστηρίζει το διευθυντή στην εξασφάλιση της επιστημονικής αριστείας και της ανεξαρτησίας των δραστηριοτήτων και γνωμών του Κέντρου.
4.  Το συμβουλευτικό σώμα αποτελεί ένα μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών για τις απειλές για την υγεία που μπορεί να εμφανιστούν και για τη συγκέντρωση γνώσεων. Εξασφαλίζει τη στενή συνεργασία του Κέντρου με τους αρμόδιους φορείς, ιδίως όσον αφορά τα ακόλουθα:
α)  συνέπεια των επιστημονικών μελετών του Κέντρου με τα κράτη μέλη·
β)  στις περιπτώσεις όπου το Κέντρο και ένας εθνικός φορέας συνεργάζονται·
γ)  στην προώθηση, την έναρξη λειτουργίας και την επίβλεψη των ευρωπαϊκών δικτύων των οποίων οι δραστηριότητες εμπίπτουν στους τομείς της αποστολής του Κέντρου·
δ) στις περιπτώσεις που το Κέντρο ή ένα κράτος μέλος εντοπίζουν μία αναδυόμενη απειλή για τη δημόσια υγεία·
ε)   στη συγκρότηση των επιστημονικών ομάδων από το Κέντρο·
στ) στις επιστημονικές προτεραιότητες και τις προτεραιότητες για τη δημόσια υγεία που πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας.
5.  Ο διευθυντής προεδρεύει του συμβουλευτικού σώματος. Στην περίπτωση απουσίας του, προεδρεύει αναπληρωτής προερχόμενος από το Κέντρο. Το συμβουλευτικό σώμα συνεδριάζει τακτικά, ύστερα από πρόσκληση του διευθυντή ή ύστερα από αίτημα τουλάχιστον του ενός τρίτου των μελών του και τουλάχιστον τέσσερις φορές το χρόνο. Οι διαδικασίες λειτουργίας του διευκρινίζονται στον εσωτερικό κανονισμό του Κέντρου και δημοσιεύονται.
6.  Στις εργασίες του συμβουλευτικού σώματος είναι δυνατόν να συμμετέχουν εκπρόσωποι των υπηρεσιών της Επιτροπής.
7.  Το Κέντρο παρέχει την τεχνική και διοικητική υποστήριξη που είναι απαραίτητη για το συμβουλευτικό σώμα και εξασφαλίζει τη γραμματειακή υποστήριξη για τις συνεδριάσεις του.
8.  Ο διευθυντής δύναται επίσης να καλεί για συμμετοχή εμπειρογνώμονες ή εκπροσώπους επαγγελματικών ή επιστημονικών φορέων ή μη κυβερνητικών οργανώσεων με αναγνωρισμένη πείρα σε θέματα που συνδέονται με το έργο του Κέντρου για συνεργασία επί συγκεκριμένων καθηκόντων και για συμμετοχή στις σχετικές δραστηριότητες του συμβουλευτικού σώματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ
Άρθρο 19
Δήλωση συμφερόντων

1.  Tα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα μέλη του συμβουλευτικού σώματος, οι επιστημονικές ομάδες και ο διευθυντής αναλαμβάνουν τη δέσμευση να λειτουργούν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον.
2. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ο διευθυντής, τα μέλη του συμβουλευτικού σώματος και οι εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν σε επιστημονικές ομάδες προβαίνουν σε δήλωση δέσμευσης και σε δήλωση συμφερόντων, όπου αναφέρονται είτε η απουσία οιωνδήποτε συμφερόντων μπορούν να θεωρηθούν επιζήμια για την ανεξαρτησία τους, είτε τυχόν άμεσα ή έμμεσα συμφέροντα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιζήμια για την ανεξαρτησία τους. Οι δηλώσεις αυτές γίνονται κάθε έτος εγγράφως.
3. Ο διευθυντής, τα μέλη του συμβουλευτικού σώματος, καθώς και οι εξωτερικοί εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν στις επιστημονικές ομάδες δηλώνουν σε κάθε συνεδρίαση οποιαδήποτε συμφέροντα θα μπορούσαν να θεωρηθούν επιζήμια για την ανεξαρτησία τους σε σχέση με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Σε παρόμοιες περιπτώσεις, τα πρόσωπα αυτά πρέπει να απέχουν από τις σχετικές συζητήσεις και αποφάσεις.

Άρθρο 20
Διαφάνεια και προστασία των πληροφοριών

1.   Για τα έγγραφα που διατηρεί το Κέντρο στην κατοχή του ισχύουν οι αρχές του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001 , σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής(7).
2.   Το διοικητικό συμβούλιο θεσπίζει τις πρακτικές ρυθμίσεις για την υλοποίηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1049/2001 εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.
3.   Αποφάσεις που λαμβάνονται από το Κέντρο σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1049/2001 μπορεί να αποτελέσουν αιτία προσφυγής στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή ή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζουν τα άρθρα 195 και 230 της συνθήκης αντίστοιχα.
4.   Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν θα υφίστανται επεξεργασία ούτε θα κοινοποιούνται, παρά μόνο σε περιπτώσεις όπου τούτο είναι εντελώς αναγκαίο για την εκπλήρωση της αποστολής του Κέντρου. Στις περιπτώσεις αυτές, εφαρμόζεται ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000 , για την προστασία των προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από τα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς και για την ελεύθερη κυκλοφορία τέτοιων δεδομένων(8).
Άρθρο 21
Εμπιστευτικότητα
1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 20, το Κέντρο δεν δημοσιοποιεί σε τρίτα μέρη εμπιστευτικές πληροφορίες που λαμβάνει, για τις οποίες έχει ζητηθεί και αιτιολογηθεί η εμπιστευτική μεταχείρισή τους, εκτός από πληροφορίες που πρέπει να δημοσιοποιηθούν λόγω των περιστάσεων προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία. Με την επιφύλαξη της απόφασης αριθ. 2119/98/ΕΚ, αν οι εμπιστευτικές πληροφορίες έχουν υποβληθεί από κράτος μέλος, δεν δύνανται να αποκαλυφθούν χωρίς τη συγκατάθεση του κράτους μέλους αυτού.
2.Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ο διευθυντής, καθώς και οι εξωτερικοί εμπειρογνώμονες που συμμετέχουν στις επιστημονικές ομάδες, τα μέλη του συμβουλευτικού σώματος και τα μέλη του προσωπικού του Κέντρου, υπόκεινται στις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που αναφέρονται στο άρθρο 287 της Συνθήκης, ακόμα και όταν έχουν πάψει τα καθήκοντά τους.
3.Τα συμπεράσματα των επιστημονικών γνωμών που εκδίδει το Κέντρο σε σχέση με προβλέψιμες συνέπειες για την υγεία δεν κρατούνται σε καμία περίπτωση εμπιστευτικά.
4.Το Κέντρο καθορίζει στον εσωτερικό κανονισμό του τις πρακτικές ρυθμίσεις για την εφαρμογή των κανόνων εμπιστευτικότητας που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 22
Κατάρτιση του προϋπολογισμού
1.Για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο συμπίπτει με το ημερολογιακό, καταρτίζονται οι εκτιμήσεις όλων των εσόδων και των εξόδων του Κέντρου και αναγράφονται στον προϋπολογισμό του Κέντρου.
2.Τα έσοδα και τα έξοδα που αναγράφονται στον προϋπολογισμό πρέπει να είναι ισοσκελισμένα.
3.Στα έσοδα του Κέντρου, με επιφύλαξη άλλων πόρων, περιλαμβάνονται:
α) επιδότηση από την Κοινότητα που εντάσσεται στο γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τμήμα της Επιτροπής)·
β) πληρωμές που καταβάλλονται για παρεχόμενες υπηρεσίες·
γ) οποιεσδήποτε χρηματοδοτικές εισφορές από τους αρμόδιους φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 5·
δ) οποιαδήποτε εθελοντική εισφορά από τα κράτη μέλη.

4.Στα έξοδα του Κέντρου περιλαμβάνονται οι δαπάνες προσωπικού, οι διοικητικές δαπάνες, οι δαπάνες υποδομής και λειτουργίας, καθώς και οι δαπάνες που προκύπτουν από συμβάσεις που συνάπτονται με τα θεσμικά όργανα ή με τρίτα μέρη.
5.Κάθε έτος το διοικητικό συμβούλιο, με βάση το σχέδιο εκτίμησης που συντάσσει ο διευθυντής, εκτιμά τα έσοδα και τα έξοδα του Κέντρου για το ακόλουθο οικονομικό έτος. Το διοικητικό συμβούλιο διαβιβάζει την εκτίμηση αυτή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται ο πίνακας προσωπικού, στην Επιτροπή έως τις 31 Μαρτίου το αργότερο.
6.Η εκτίμηση διαβιβάζεται από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (που στο εξής αναφέρονται ως «η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή» ) μαζί με το προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
7.Με βάση την εκτίμηση αυτή η Επιτροπή εισάγει στο προσχέδιο του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης τις εκτιμήσεις που κρίνει σκόπιμες για το σχέδιο του πίνακα προσωπικού και το ποσό της επιδότησης από το γενικό προϋπολογισμό, τον οποίο και υποβάλλει στο Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 272 της συνθήκης.
8.Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει τις αναλήψεις υποχρεώσεων για την επιδότηση προς το Κέντρο. Η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εγκρίνει το σχέδιο δημιουργίας του Κέντρου.
9.Ο προϋπολογισμός του Κέντρου εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο. Λαμβάνει την τελική του μορφή ύστερα από την τελική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προσαρμόζεται δεόντως όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.
10.Το διοικητικό συμβούλιο κοινοποιεί στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την πρόθεσή εκτέλεσης σχεδίων που μπορεί να έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως σχεδίων σχετικών με ακίνητα, όπως η ενοικίαση ή η αγορά κτηρίων. Επίσης, πληροφορεί σχετικά την Επιτροπή.
Σε περίπτωση που ένα από τα μέρη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχή εκδηλώσει την πρόθεση να εκδώσει γνωμοδότηση σχετικά, διαβιβάζει τη γνωμοδότηση αυτή στο διοικητικό συμβούλιο μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κοινοποίησης του σχεδίου.
Άρθρο 23
Εκτέλεση του προϋπολογισμού του Κέντρου
1.Ο διευθυντής εκτελεί τον προϋπολογισμό του Κέντρου.
2.Το αργότερο έως την 1η Μαρτίου ύστερα από κάθε οικονομικό έτος ο υπόλογος του Κέντρου διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς στον υπόλογο της Επιτροπής μαζί με την έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση του εν λόγω οικονομικού έτους. Ο λογιστής της Επιτροπής προβαίνει στην ενοποίηση των προσωρινών λογαριασμών των θεσμικών οργάνων και των αποκεντρωμένων οργανισμών δυνάμει του άρθρου 128 του δημοσιονομικού κανονισμού.
3.Το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου μετά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, ο υπόλογος της Επιτροπής διαβιβάζει τους προσωρινούς λογαριασμούς του Κέντρου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μαζί με την έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση του εν λόγω οικονομικού έτους. Η έκθεση αυτή διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
4.Μετά από την παραλαβή των παρατηρήσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των προσωρινών λογαριασμών του Κέντρου, σύμφωνα με το άρθρο 129 του δημοσιονομικού κανονισμού, ο διευθυντής καταρτίζει με δική του ευθύνη τους οριστικούς λογαριασμούς του Κέντρου και τους διαβιβάζει στο διοικητικό συμβούλιο για γνωμοδότηση.
5.Το διοικητικό συμβούλιο εκδίδει γνώμη επί των οριστικών λογαριασμών του Κέντρου.
6.Το αργότερο έως την 1η Ιουλίου μετά τη λήξη κάθε οικονομικού έτους, ο διευθυντής διαβιβάζει τους οριστικούς λογαριασμούς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μαζί με τη γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου.
7.Οι οριστικοί λογαριασμοί δημοσιεύονται.
8.Το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου, ο διευθυντής διαβιβάζει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεών του. Διαβιβάζει επίσης την εν λόγω απάντηση στο διοικητικό συμβούλιο.
9.Ο διευθυντής διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ύστερα από αίτηση του τελευταίου, οποιαδήποτε πληροφορία απαιτείται για την εύρυθμη εφαρμογή της διαδικασίας απαλλαγής για το εν λόγω οικονομικό έτος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 146 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού.
10.Μετά από σύσταση του Συμβουλίου το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προβαίνει μέχρι την 30ή Απριλίου του έτους N+2 σε απαλλαγή του εκτελεστικού διευθυντή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους Ν.
Άρθρο 24
Εφαρμογή του δημοσιονομικού κανονισμού
Το άρθρο 185 του δημοσιονομικού κανονισμού εφαρμόζεται για την απαλλαγή του προϋπολογισμού, τους ελέγχους και τους λογιστικούς κανόνες του Κέντρου.
Άρθρο 25
Καταπολέμηση της απάτης
1.Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων πρακτικών στο Κέντρο εφαρμόζονται άνευ περιορισμών οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999 , σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(9).
2.Το Κέντρο προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία της 25ης Μαΐου 1999 σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)(10)και εκδίδει, πάραυτα, τις ενδεδειγμένες διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλο το προσωπικό του Κέντρου.
3.Οι αποφάσεις χρηματοδότησης και οι συμφωνίες και μέσα εφαρμογής που απορρέουν από τις αποφάσεις αυτές αναφέρουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν, εάν χρειαστεί, να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους όσον αφορά τους αποδέκτες της χρηματοδότησης του Κέντρου καθώς τους υπαλλήλους που είναι αρμόδιοι για τη χορήγησή της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 26
Νομική προσωπικότητα και προνόμια
1.Το Κέντρο έχει νομική προσωπικότητα. Σε όλα τα κράτη μέλη του αναγνωρίζονται οι ευρύτερες δυνατές εξουσίες που παρέχονται εκ του νόμου στα νομικά πρόσωπα. Μπορεί ιδίως να αποκτά και να διαθέτει κινητή και ακίνητη περιουσία και να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη.
2.Στο Κέντρο εφαρμόζεται το πρωτόκολλο για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 27
Ευθύνη
1.Η συμβατική ευθύνη του Κέντρου διέπεται από το δίκαιο που είναι εφαρμοστέο στην υπό κρίση σύμβαση. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει αρμοδιότητα να εκδίδει αποφάσεις σύμφωνα με οποιαδήποτε ρήτρα διαιτησίας περιλαμβάνεται σε σύμβαση που έχει συνάψει το Κέντρο.
2.Στην περίπτωση εξωσυμβατικής ευθύνης, το Κέντρο σύμφωνα με τις κοινές γενικές αρχές των δικαίων των κρατών μελών επανορθώνει τυχόν ζημίες που προκάλεσε το ίδιο ή οι υπάλληλοί του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει οποιαδήποτε διαφορά αφορά την αποκατάσταση τέτοιων ζημιών.
3.Η προσωπική ευθύνη των υπαλλήλων έναντι του Κέντρου διέπεται από τις σχετικές διατάξεις που εφαρμόζονται στο προσωπικό του Κέντρου.
Άρθρο 28
Έλεγχος της νομιμότητας
1.Τα κράτη μέλη, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτο πρόσωπο που θίγεται άμεσα και ατομικά, δύνανται να παραπέμπουν στην Επιτροπή κάθε πράξη του Κέντρου, ρητή ή σιωπηρή, για τον έλεγχο της νομιμότητάς της. Tο προσωπικό του Κέντρου υπόκειται στους κανονισμούς και τις ρυθμίσεις που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2.Η παραπομπή αυτή στην Επιτροπή πραγματοποιείται εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε για πρώτη φορά γνώση της εν λόγω πράξης.
3.Η Επιτροπή λαμβάνει σχετικά με το θέμα αυτό απόφαση εντός προθεσμίας ενός μηνός. Σε περίπτωση που δεν έχει ληφθεί απόφαση κατά τη διάρκεια αυτής της προθεσμίας, το εν λόγω αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
4.Οι ρητές ή σιωπηρές αποφάσεις της Επιτροπής που αναφέρονται στην παράγραφο 3, για την απόρριψη διοικητικής προσφυγής, μπορούν να προσβάλλονται στο Δικαστήριο με προσφυγή ακυρώσεως σύμφωνα με το άρθρο 230 της συνθήκης.
Άρθρο 29
Προσωπικό
1.Το προσωπικό του Κέντρου υπόκειται στους κανόνες και τους κανονισμούς που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2.Έναντι του προσωπικού του, το Κέντρο ασκεί τις εξουσίες που έχουν ανατεθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.
3.Ενθαρρύνεται, στο πλαίσιο των υφιστάμενων κανονισμών, η απόσπαση στο Κέντρο εμπειρογνωμόνων του τομέα δημόσιας υγείας, συμπεριλαμβανομένων επιδημιολόγων, για ορισμένο χρονικό διάστημα, με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων ειδικού χαρακτήρα του Κέντρου.
Άρθρο 30
Συμμετοχή τρίτων χωρών
1.Tο Κέντρο είναι ανοικτό στη συμμετοχή χωρών που έχουν συνάψει συμφωνίες με την Κοινότητα, δυνάμει των οποίων έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία στον τομέα που καλύπτει ο παρών κανονισμός.
2.Δυνάμει των σχετικών διατάξεων αυτών των συμφωνιών, εφαρμόζονται ρυθμίσεις με τις οποίες διευκρινίζονται ειδικότερα η φύση, η έκταση και ο τρόπος με τον οποίο οι χώρες αυτές θα συμμετάσχουν στις εργασίες του Κέντρου, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με τη συμμετοχή στα δίκτυα που διαχειρίζεται το Κέντρο, την εγγραφή στον κατάλογο των αρμόδιων οργανισμών στους οποίους το Κέντρο μπορεί να αναθέτει ορισμένα καθήκοντα, τις οικονομικές συνεισφορές και το προσωπικό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 31
Ρήτρα επανεξέτασης
1.Το αργότερο στις 20 Μαΐου 2007 , το Κέντρο, σε συνεργασία με την Επιτροπή, αναθέτει τη διεξαγωγή ανεξάρτητης εξωτερικής αξιολόγησης των επιτευγμάτων του, βάσει των όρων αναφοράς που εκδίδει το διοικητικό συμβούλιο σε συμφωνία με την Επιτροπή. Με την αξιολόγηση κρίνονται:
α) η ενδεχόμενη ανάγκη επέκτασης της αποστολής του Κέντρου σε άλλες σχετικές δραστηριότητες κοινοτικού επιπέδου στον τομέα της δημοσίας υγείας ιδίως παρακολούθησης της υγείας
και
β) ο προγραμματισμός περαιτέρω τέτοιων επανεξετάσεων.

Στην αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα καθήκοντα του Κέντρου, οι εργασιακές πρακτικές και ο αντίκτυπος του Κέντρου στην πρόληψη και τον έλεγχο των ανθρώπινων ασθενειών, πρέπει δε να περιλαμβάνεται ανάλυση των φαινομένων συνεργίας και των οικονομικών επιπτώσεων μιας τέτοιας επέκτασης. Η αξιολόγηση θα λαμβάνει υπόψη τις απόψεις των ενδιαφερομένων, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.
2.Το διοικητικό συμβούλιο εξετάζει τα συμπεράσματα της αξιολόγησης και εκδίδει συστάσεις προς την Επιτροπή, εφόσον είναι αναγκαίο, σχετικά με τις αλλαγές στο Κέντρο, τις εργασιακές πρακτικές του και το εύρος της αποστολής του. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση αξιολόγησης και τις συστάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και τις δημοσιοποιεί. Ύστερα από εκτίμηση της έκθεσης και των συστάσεων, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει οποιεσδήποτε προτάσεις τροποποίησης του κανονισμού κρίνει αναγκαίες.
Άρθρο 32
Έναρξη λειτουργίας του Κέντρου
Το Κέντρο αρχίζει τη λειτουργία του στις 20 Μαΐου 2005 .
Άρθρο 33
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 21 Απριλίου 2004 .
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
P. Cox
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
D. Roche
(1) ΕΕ C 32 της 5.2.2004, σ. 57.
(2) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Φεβρουαρίου 2004 (δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Μαρτίου 2004 .
(3) ΕΕ L 268 της 3.10.1998, σ. 1απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1882/2003 (ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1).
(4) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου (EE L 248 της 16.9.2001, σ. 1).
(5) EE L 21 της 26.1.2000, σ. 32.
(6) EE L 357 της 31.12.2002, σ. 72.
(7) ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43.
(8) ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.
(9) ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 1.
(10) ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 15.

Ταξινομημένο σε: ECDC, Δραστηριότητες · Ετικέτες: