Άρθρα

Μένη Μαλλιώρη » Άρθρα-Συνεντεύξεις » Περιβάλλον και Δημόσια Υγεία, περιοδικό GOLDEN flower

Περιβάλλον και Δημόσια Υγεία, περιοδικό GOLDEN flower

Περιβάλλον και Δημόσια Υγεία

Της Μένης Μαλλιώρη*  -quest editor –

Τα τελευταία σαράντα και πλέον χρόνια τα περιβαλλοντικά ζητήματα μας απασχολούν, όλο και περισσότερο. O Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος και άλλοι συναφείς Οργανισμοί επισημαίνουν ότι οι επιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας στο περιβάλλον είναι ιδιαίτερα επικίνδυνες και προβληματίζουν έντονα την επιστημονική κοινότητα, τους πολιτικούς και τους πολίτες.

Ήδη από το 1972, η διεθνής κοινότητα διαπίστωσε, στο πλαίσιο έκτακτης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για το περιβάλλον ότι «ο ανθρωπος απέκτησε τη δυνατότητα να αλλοιώνει το περιβάλλον με αμέτρητους τρόπους και σε πρωτοφανή κλίμακα». Χρειάσθηκε όμως να περάσουν πολλά χρόνια, για να καταλήξουμε σε μία κοινά αποδεκτή πολιτική για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών καταστροφών και των συναφών επιπτώσεων, καθιερώνοντας την αρχή της βιωσιμότητας, σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη οφείλει να «ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα των επόμενων γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες».

Δυστυχώς, όμως, η έκθεση του ατόμου επί σειρά δεκαετιών, σε σύνθετα συνήθως μείγματα ρύπων που υπάρχουν στην ατμόσφαιρα, στα ύδατα, στα τρόφιμα, στους εσωτερικούς χώρους, και στα διάφορα άλλα καταναλωτικά προϊόντα, έχει, πλέον επιφέρει σημαντικές συνέπειες στη Δημόσια Υγεία.

Όπως καταδεικνύουν σύγχρονες μελέτες σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχουν, πλέον, σαφή στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το 25% της θνησιμότητας στις αναπτυσσόμενες και το 17% στις αναπτυγμένες χώρες, αποδίδεται σε νόσους που σχετίζονται με περιβαλλοντικούς παράγοντες ενώ ο μέσος όρος της νοσηρότητας ανέρχεται σε ποσοστό 24%. Το μεγαλύτερο μέρος των σχετικών ασθενειών αφορά τα παιδιά, τις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, τις οικονομικά ασθενέστερες και άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και σχετίζεται με την ρύπανση, την αλλαγή του κλίματος, τον τρόπο διαχείρισης των φυσικών πόρων, τα αστικά κυρίως απόβλητα, την ηχορύπανση, την λειψυδρία, την μόλυνση των υδάτων, την ακτινοβολία, την εσωτερική ρύπανση δηλαδή στο «σύνδρομο του άρρωστου κτιρίου».

Ειδικότερα για τις μικρές ηλικίες, δεδομένου ότι η φυσιολογία, ο μεταβολισμός, η δίαιτα και η συμπεριφορά είναι διαφορετική από εκείνη των ενηλίκων, η ευαισθησία στις περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις είναι ιδιαίτερα υψηλή. Από την εμβρυακή ηλικία το έμβρυο είναι εξαιρετικά ευάλωτο στους επικίνδυνους παράγοντες που έχει ήδη εκτεθεί η μητέρα. Πολλοί αλλεργιογόνοι παράγοντες μεταφέρονται μέσω του πλακούντα ή αργότερα μέσω του μητρικού γάλακτος. Αυτή η δυνατότητα μεταφοράς των ρύπων από την μητέρα στο έμβρυο και στο νεογνό επιβάλλει την λήψη μέτρων έτσι ώστε να διασφαλιστεί ένα υγιές ξεκίνημα για την ζωή των παιδιών. Το αναπτυσσόμενο νευρικό σύστημα είναι ευάλωτο σε ειδικούς ρύπους όπως ο μόλυβδος, τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια(PCBs). H έκθεση σε τέτοιες ουσίες έχει συνδεθεί με μαθησιακές δυσκολίες νοητική στέρηση, έλλειψη προσοχής καθώς και υπερκινητικότητα σε ποσοστό μέχρι και 10%. Στα παιδιά ηλικίας 0-4 ετών, το 36% της θνησιμότητας και το 35% της νοσηρότητας τους αποδίδεται σε περιβαλλοντικούς κινδύνους που μπορούν να τροποποιηθούν, ενώ ανάλογο είναι το ποσοστό και για τα παιδιά ηλικίας 4-14 ετών.

Σύμφωνα με επιστημονικά στοιχεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15 κρατών μελών, 60,000 ετήσιοι θάνατοι οφείλονται στην μακροχρόνια έκθεση σε αιωρούμενα σωματίδια, το 10% των εργαζομένων εκτίθεται σε καρκινογόνες ουσίες, 1/6 των θανάτων και των ασθενειών στα παιδιά αποδίδονται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, ένα στα επτά παιδιά προσβάλλεται από άσθμα, το 14% των ζευγαριών προσφεύγει στην βοήθεια του γιατρού λόγω δυσκολιών σύλληψης, οι αποβολές πολλαπλασιάζονται και το ποσοστό γονιμότητας των ανδρών μειώνεται συνεχώς, ο καπνός του περιβάλλοντος αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου των πνευμόνων σε μη καπνιστές, κατά 20-30%, το 7-20% των καρκίνων αποδίδεται στην ρύπανση του αέρα και στην ρύπανση των διαφόρων χώρων παραμονής (κατοικία, εργασία), η κατά 10% μείωση του όζοντος αναμένεται να προκαλέσει ετησίως, σε διεθνές επίπεδο 300.000 καρκίνους του δέρματος και 4.500 περιστατικά μελανώματος. Τα δεδομένα αυτά προκαλούν σημαντικά προβλήματα και όπως καταγράφεται σε έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, το 89% των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκφράζει την ανησυχία του για τις επιπτώσεις της μόλυνσης του περιβάλλοντος στην υγεία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκπόνησε, βέβαια, μία εξειδικευμένη στρατηγική για το περιβάλλον και την υγεία (SCALE, 2004-2010) που βασίζεται στην επιστήμη, επικεντρώνεται στα παιδιά, συμβάλλει στην συνειδητοποίηση, χρησιμοποιεί νομικά εργαλεία και προβλέπει την σχετική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Εντούτοις, θα ήταν παράλειψη να μην επισημανθεί ότι η ασκούμενη πολιτική δεν βασίζεται, όπως θα έπρεπε, στην αρχή της προφύλαξης. Χρειάζονται, δηλαδή, κατά κανόνα αποδείξεις, και δεν αρκούν οι ενδείξεις όταν π.χ. ένα προϊόν επικίνδυνο για την υγεία και το περιβάλλον διατίθεται στην αγορά. Το βάρος μάλιστα της απόδειξης επιβαρύνει συνήθως τον καταναλωτή και όχι τον παραγωγό, δηλαδή η αβεβαιότητα είναι εις βάρος των πολιτών.

Το ερώτημα που τίθεται, φυσικά, είναι πως μετά την διαπίστωση και την συνειδητοποίηση των κινδύνων και συνεπειών τους από τις περιβαλλοντικές καταστροφές, θα καταστεί δυνατή η υιοθέτηση και εφαρμογή των επιβεβλημένων εκείνων μέτρων που θα αποτρέψουν ή θα περιορίσουν, έστω, τις πρόδηλα δυσοίωνες προοπτικές κατά τον αποτελεσματικότερο τρόπο.

Η απάντηση δεν φαίνεται να είναι -εκ πρώτης τουλάχιστον όψης- απλή γιατί και το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο, απτόμενο σοβαρών κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών πτυχών της σημερινής κοινωνικής ζωής.

Γιατί και σε αυτό, όπως και σε άλλα ζητήματα των ποικίλων τομέων δραστηριότητας στις σύγχρονες κοινωνίες, οι υπεύθυνοι λήψης των απαραίτητων αποφάσεων βρίσκονται συνεχώς αντιμέτωποι με την ανάγκη επίτευξης ισορροπίας μεταξύ των αντιμαχόμενων και αλληλοσυγκρουόμενων στόχων, συμφερόντων και επιδιώξεων των διαφόρων κοινωνικών τάσεων και φορέων, των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, της επιρροής των οργανωμένων ομάδων, των αναγκών της οικονομίας, των συνακόλουθων απαιτήσεων της βιομηχανίας κ.λ.π.

Ειδικά, ωστόσο, στην περίπτωση των καταλυτικών περιβαλλοντικών συνεπειών στην υγεία των ανθρώπων, ζώων και φυτών, στη φύση, δηλαδή, και υπόσταση καθαυτή του πλανήτη, τα διλήμματα δεν έχουν θέση και οι επιλογές είναι αυτονόητες και μονοδρομικές. Οδηγώντας, χωρίς καμιά αμφιβολία, στην αποδοχή και επικράτηση του θεμελιακού αξιώματος που ορίζει ότι η ατομική και δημόσια υγεία συνιστά το υπέρτατο αγαθό όχι μόνοι των σημερινών αλλά και, πρωταρχικά, των επερχόμενων γενεών. αγαθό.-

* Επίκουρη Καθηγήτρια Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Πρόληψη και τον Έλεγχο των Νοσων (ECDC), πρώην ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ.

Μηνιαίο Περιοδικό «GOLDEN Flower», Δεκέμβριος 2007, τεύχος 2, (σελ.47-49).

Ταξινομημένο σε: Άρθρα-Συνεντεύξεις · Ετικέτες: