Άρθρα

Μένη Μαλλιώρη » Εκδηλώσεις, Εσωτερικό, Ομιλίες - Χαιρετισμοί » Καρκίνος του μαστού – Ψυχοκοινωνική διάσταση

Καρκίνος του μαστού – Ψυχοκοινωνική διάσταση

Διημερίδα με θέμα: «Καρκίνος του Μαστού από την Πρόληψη ως τη Θεραπεία» 

Οργάνωση: Κλινικό Εργαστήριο Ακτινολογίας και Μονάδα Μαστού Χειρουργικής Κλινικής Πανεπιστημίου Πατρών

 

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ ΚΑΙ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μια στις δέκα έως μία στις δεκατέσσαρες γυναίκες θα αναπτύξουν καρκίνο μαστού στη διάρκεια της ζωής τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικανικής Εταιρείας για τον Καρκίνο, η συγκεκριμένη εντόπιση προκαλεί τους περισσότερους θανάτους, από κάθε άλλη μορφή καρκίνου, στις γυναίκες. Στην διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών η έρευνα σχετικά με την επιδημιολογία, την αιτιολογία, την πρόληψη και την θεραπεία είχε σαν αποτέλεσμα την σημαντική βελτίωση της επιβίωσης και της ποιότητας ζωής των γυναικών, που έχουν την ατυχία να προσβληθούν από τον καρκίνο του μαστού. Η αύξηση αυτή του προσδόκιμου επιβίωσης ανέδειξε και άλλες πτυχές του προβλήματος, τις ψυχοκοινωνικές, που συνδέονται άμεσα η και έμμεσα με την βασική νόσο και επηρεάζουν καθοριστικά, όχι μόνο την πορεία της νόσου, αλλά και την τελική της έκβαση. Ήδη από το 1977 προτάθηκε η ολιστική προσέγγιση των ασθενών, έναντι της καθαρά βιοιατρικής που ίσχυε μέχρι τότε και έγινε ευρέως αποδεκτό, ότι μία αποτελεσματική θεραπεία πρέπει να απευθύνεται ταυτόχρονα και στις τρεις διαστάσεις του ατόμου, δηλαδή, την βιολογική, την ψυχολογική και την κοινωνική.Αν αυτό πρέπει να ισχύει γενικότερα, είναι αυτονόητο ότι στις περιπτώσεις του καρκίνου γίνεται επιτακτική ανάγκη, όχι μόνο γιατί η διάρκεια της νόσου είναι συνήθως μακροχρόνια, αλλά και γιατί, η έκβαση της εμπεριέχει τον κίνδυνο του θανάτου. Στον χειρισμό των ασθενών με καρκίνο αναφύονται πολλά ηθικά και δεοντολογικά προβλήματα, με πρώτο το καθήκον του θεράποντα ιατρού να ενημερώσει την ασθενή. Στο σημείο αυτό θα ήθελα απλώς να αναφέρω, ότι ο ιατρός πρέπει να σκεφτεί και να σεβαστεί, όχι μόνο το αναφαίρετο δικαίωμα του ασθενούς για ενημέρωση και συναπόφαση αλλά και το εξίσου σεβαστό δικαίωμά του, για τη μη ενημέρωση. Η επιθυμία των ασθενών για πληροφόρηση γύρω από τη διάγνωση και τις λεπτομέρειες της νόσου, μπορεί να αποτελεί περισσότερο έκκληση για ψυχική υποστήριξη παρά διάθεση για απόκτηση επιπλέον γνώσεων. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές έρευνες προκειμένου να μελετηθούν τα θέματα αυτά και κυρίως οι ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις στις περιπτώσεις καρκίνου του μαστού.

ΜΑΣΤΟΣ – ΕΙΚΟΝΑ ΣΩΜΑΤΟΣ

Ο μαστός δεν είναι ένα απλό τμήμα του γυναικείου σώματος αλλά συμβολίζει δύο από τις ποιο σημαντικές πτυχές κάθε γυναίκας, την μητρότητα της και την ερωτική της υπόσταση. Όταν μία γυναίκα μαθαίνει ότι έχει καρκίνο μαστού, δεν έρχεται αντιμέτωπη μόνο με την βασική νόσο και τις βιολογικές της συνέπειες αλλά με μία σειρά αρνητικών σκέψεων και συναισθημάτων που περιστρέφονται γύρω από τον θάνατο και την εικόνα εαυτού. Παράλληλα ο καρκίνος του μαστού εμφανίζεται συνήθως, σε μία ηλικία που συντελούνται και άλλες αλλαγές στην βιολογική υπόσταση της γυναίκας όπως η εμμηνόπαυση, η φυσιολογική γήρανση, ο περιορισμός των ρόλων της, αν έχουν μεγαλώσει τα παιδιά της ή έχει αλλάξει η επαγγελματική της ενασχόληση. Όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες έχουν αρνητική επίδραση στην εικόνα του εαυτού της , στην αίσθηση θηλυκότητας και αποδοχής της από το περιβάλλον. Είναι αλήθεια ότι όλα τα άτομα δεν αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο ένα δυνητικά θανατηφόρο νόσημα. Ανάλογα με τον χαρακτήρα του, ο καθένας προσπαθεί, να κινητοποιήσει όλες τις δυνάμεις και εφεδρείες που διαθέτει, για να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Τα αποτελέσματα ποικίλουν ανάλογα με την προσωπικότητα της κάθε γυναίκας, μπορεί να είναι άμεσα, η να εμφανισθούν με καθυστέρηση, κάποιες φορές μάλιστα δεν γίνονται ποτέ εμφανή. Συνήθως παρουσιάζονται οι παρακάτω καταστάσεις:

1.  Άρνηση. Η ασθενής αρνείται ενεργητικά κάθε αναφορά που σχετίζεται με την σοβαρότητα της κατάστασης. Στην περίπτωση του καρκίνου του μαστού π.χ., αρνείται κατηγορηματικά την διάγνωση, ενώ δικαιολογεί την χειρουργική επέμβαση με λόγια όπως : «δεν ήταν κάτι σοβαρό, απλώς έβγαλαν το στήθος για λόγους προληπτικούς». Δεν μιλά ποτέ από μόνη της για το θέμα και κλείνει γρήγορα την συζήτηση όταν κάτι αναφερθεί από κάποιον άλλον.

2. Μαχητικότητα. H ασθενής είναι αποφασισμένη να πολεμήσει και να νικήσει, κρατάει θετική στάση και ελπίζει. Συνήθως ψάχνει μόνη της για να συλλέξει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί σχετικά με το νόσημά της και την αντιμετώπισή του. Ρωτάει τον γιατρό της όλες τις λεπτομέρειες για την κατάστασή, ή άλλες φίλες που τυχαίνει να πάσχουν από το ίδιο νόσημα. Αισθάνεται τυχερή που το ανακάλυψε έγκαιρα.

3. Στωική αποδοχή. Η ασθενής δέχεται την διάγνωση, δεν αναζητά επιπλέον πληροφορίες, εκτός αν προκύψουν καινούρια συμπτώματα, γενικά συνεχίζει να ζει όπως πριν χωρίς, να ασχολείται ιδιαίτερα με την νόσο.

4.  Αποδοχή με συνοδό άγχος/θλίψη. Η ασθενής αντιδρά στην διάγνωση με υπερβολικό άγχος ή/και θλίψη. Όπως και οι γυναίκες με μαχητικό πνεύμα, επιδιώκει ενεργητικά να μάθει όσες περισσότερες πληροφορίες μπορεί, αλλά αντίθετα από τις πρώτες έχει την τάση να τις ερμηνεύουν με τρόπο αρνητικό και απαισιόδοξο. Αντιμετωπίζει ικανοποιητικά τις καθημερινές της υποχρεώσεις.

5. Απελπισία-αίσθημα εγκατάλειψης. Η ασθενής φαίνεται να έχει κυριευτεί απόλυτα από την διάγνωση. Είτε έχει είτε δεν έχει συμπτώματα, θεωρεί ότι είναι συνεχώς άρρωστη και μερικές φορές ενεργεί σα να πρόκειται να καταλήξει άμεσα. Η καθημερινή της λειτουργικότητα είναι απόλυτα επηρεασμένη και αποδιοργανωμένη.

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ – ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ – ΠΡΟΓΝΩΣΗ

Διάφορες εργασίες έχουν δείξει ότι η προσαρμογή στον καρκίνο του μαστού δεν είναι στατική αλλά από την στιγμή της διάγνωσης, μεταβάλλεται, με την πάροδο του χρόνου. Πάνω από τις μισές γυναίκες προσαρμόζονται από την αρχή χρησιμοποιώντας αυτό που ονομάστηκε πιο πάνω στωική αποδοχή. Ένα ποσοστό περίπου 15% αντιδρά με άρνηση και ένα άλλο 15% αντιδρά με μαχητικότητα. Μία στις δέκα γυναίκες περίπου μπορεί να αντιδράσει με απελπισία, ενώ λιγότερες, αντιδρούν με άγχος/θλίψη. Ένα έως δύο χρόνια μετά την διάγνωση μειώνονται αισθητά οι γυναίκες με μαχητικότητα και άρνηση, και έτσι εφτά στις δέκα εμφανίζουν στωική αποδοχή, μηχανισμός που αποτελεί τον κυρίαρχο τρόπο προσαρμογής και αντιμετώπισης των περισσοτέρων καρκίνων. Έρευνες που γίνονται τα τελευταία 15 χρόνια, έδειξαν ότι ο τρόπος αντιμετώπισης της νόσου καθώς και η προσωπικότητα των ασθενών επηρεάζουν την επιβίωση και την πρόγνωση. Γνωρίζουμε ότι:

α) Οι ασθενείς που τρεις μήνες μετά την χειρουργική θεραπεία για καρκίνο του μαστού πρωίμου σταδίου αντιμετωπίζουν τη νόσο με τη μέθοδο της άρνησης, φαίνεται να έχουν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ελεύθερο νόσου.

β) Οι ασθενείς, που τρεις μήνες μετά την χειρουργική θεραπεία καρκίνου πρώιμου σταδίου εμφανίζουν μαχητικότητα, φαίνεται να έχουν επίσης καλύτερη πρόγνωση, αν και το εύρημα αυτό δεν έχει αναπαραχθεί από όλους τους ερευνητές.

γ) Οι ασθενείς με απελπισία χωρίς υποστήριξη, εμφανίζουν σταθερά σε όλες τις εργασίες πιο άσχημη πρόγνωση.

δ) Σε ασθενείς σε προχωρημένο στάδιο καρκίνου, οι ψυχολογικοί παράγοντες αντιμετώπισης δεν φαίνεται να επηρεάζουν την επιβίωση. Στην ομάδα αυτή των ασθενών οι βιολογικοί παράγοντες φαίνεται να έχουν τον κύριο ρόλο σχετικά με την επιβίωση.

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΜΑΣΤΟΥ – ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑ

Στην εκτίμηση της μέτρησης της ψυχιατρικής νοσηρότητας στον καρκίνο του μαστού όπως και σε άλλα καταληκτικά νοσήματα εγείρονται πολλά μεθοδολογικά προβλήματα. Το κυριότερο πρόβλημα αφορά στα κριτήρια με τα οποία θα διακριθούν οι «περιπτώσεις» από τις «μη περιπτώσεις». Τα υπάρχοντα διαγνωστικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται γι’αυτόν τον σκοπό στην ψυχιατρική έρευνα αν και είναι πολύ έγκυρα και αξιόπιστα για την ανίχνευση πρωτοπαθών ψυχιατρικών διαταραχών δεν μπορούν το ίδιο καλά να διακρίνουν την παροδική «δυσφορία» που αποτελεί φυσιολογική αντίδραση σε ένα αρνητικό γεγονός από την «αληθινή» ψυχιατρική διαταραχή. Με τον όρο «αληθινή» εννοείται εκείνη η διαταραχή που θα κρινόταν από έναν ψυχίατρο ότι απαιτεί ειδική θεραπεία (φαρμακευτική ή/και ψυχοθεραπευτική) η έναρξη της οποίας θα βοηθούσε σημαντικά. Κρατώντας αυτή την επιφύλαξη, τα ευρήματα των περισσοτέρων ερευνών συνοψίζονται ως εξής:

α) Ένα σημαντικό ποσοστό γυναικών, περίπου 25%, εμφανίζουν τα πρώτα δύο χρόνια από την διάγνωση του καρκίνου του μαστού κάποιο είδος συναισθηματικής διαταραχής του τύπου της αγχώδους διαταραχής ή της κατάθλιψης. Στις περισσότερες φορές ωστόσο η διαταραχή αυτή είναι ήπια ή αυτοπεριοριζόμενη έτσι ώστε αρκετοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει λόγος να παραπέμπονται οι γυναίκες αυτές σε ψυχίατρο. Ένα 5% ωστόσο παρουσιάζει ενδείξεις σοβαρής ψυχιατρικής διαταραχής, κυρίως μείζονος κατάθλιψης που απαιτεί θεραπεία. Πρόσφατη μελέτη του 2005, αναφέρεται ότι στην διάρκεια του πρώτου έτους μετά την διάγνωση καρκίνου του μαστού το 48% των γυναικών εμφάνισαν άγχος, κατάθλιψη η και αμφότερα. Το ποσοστό μειώθηκε σε 25% στο δεύτερο χρόνο και στο 15% στο πέμπτο χρόνο. Οι παράγοντες κινδύνου για ψυχιατρικά προβλήματα μετά το πρώτο έτος, περιλάμβαναν προηγούμενο ιστορικό θεραπείας για κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα, έλλειψη μιας στενής διαπροσωπικής σχέσης (π.χ.συμβίωση με σύντροφο) και άλλες σοβαρές δυσκολίες μη σχετιζόμενες με τον καρκίνο. Οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη για υποστήριξη τόσο κοινωνική όσο και ψυχολογική ιδιαίτερα το πρώτο έτος μετά την διάγνωση η την υποτροπή.

β) 30% των γυναικών μετά την χειρουργική θεραπεία παρουσιάζει δυσκολίες στην σεξουαλική προσαρμογή της (μείωση της επιθυμίας, μείωση της συχνότητας των επαφών, μείωση της ικανοποίησης). Ωστόσο η σεξουαλική αυτή δυσλειτουργία είναι συνήθως μέτριου βαθμού και μόνο σε ένα μικρό ποσοστό, 5%, είναι σοβαρή και όπως θα αναφερθεί παρακάτω φαίνεται να εξαρτάται και από το είδος της επέμβασης.

ΜΑΣΤΕΚΤΟΜΗ – ΟΓΚΕΚΤΟΜΗ

Στην χειρουργική θεραπεία του καρκίνου του μαστού δεν υπάρχει ακόμη συναίνεση αναφορικά με το είδος της θεραπείας που πρόκειται να ακολουθηθεί. Το είδος της επέμβασης, ριζικής ή μη ριζικής αποφασίζεται ανάλογα με το στάδιο της νόσου, την ηλικία της ασθενούς, τις προτιμήσεις του χειρουργού ή της γυναίκας. Υπάρχουν ωστόσο αρκετά στοιχεία που δείχνουν ότι η επιβίωση δεν φαίνεται να διαφέρει σημαντικά, ανάλογα μα το είδος της αντιμετώπισης. Έχει, λοιπόν, ενδιαφέρον να δει κανείς αν οι ψυχολογικές επιπτώσεις μεταξύ των δύο μεθόδων διαφέρουν, αφού οι υποστηρικτές των μη ριζικών επεμβάσεων τονίζουν ιδιαίτερα αυτήν την πλευρά. Τα συμπεράσματα είναι:

α) Διαφορές στην εικόνα του εαυτού: Λίγους μήνες μετά την επέμβαση και οι δύο ομάδες γυναικών αναφέρουν μειωμένη ελκυστικότητα και θηλυκότητα. Ένα χρόνο μετά όμως οι γυναίκες με μη ριζικές επεμβάσεις επιστρέφουν στην προ χειρουργική κατάσταση, σε αντίθεση με τις γυναίκες με ριζικές επεμβάσεις που συνεχίζουν να έχουν αισθήματα απώλειας της θηλυκότητάς τους και της εικόνας του εαυτού τους.

β) Διαφορές στην σεξουαλική λειτουργία: Φαίνεται ότι οι ασθενείς με μαστεκτομή έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν σοβαρή έκπτωση της σεξουαλικής λειτουργίας μετά την επέμβαση όπως αυτή εκδηλώνεται στην μείωση της επιθυμίας, της ικανοποίησης και της συχνότητας. Η επιπλοκή αυτή αν και γενικά όπως αναφέρθηκε είναι σχετικά μικρή, ωστόσο φαίνεται να εκδηλώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην ομάδα των γυναικών που υποβλήθηκαν σε μαστεκτομή.

γ) Διαφορές στις ψυχιατρικές διαταραχές (αγχώδεις – καταθλιπτικές διαταραχές) : Από τα υπάρχοντα στοιχεία δεν φαίνεται να υπάρχουν διαφορές στην συχνότητα ψυχιατρικών διαταραχών.
ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑ–ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΖΩΗΣ
Οι γυναίκες που παρουσιάζουν ψυχιατρικές επιπλοκές μετά την χειρουργική θεραπεία επηρεάζονται σε δύο τομείς:

α) στην ποιότητα ζωής: η ποιότητα ζωής των ασθενών αυτών είναι σαφώς επηρεασμένη, κάτι που έχει δειχτεί σε αρκετές εργασίες αλλά πού είναι και προφανές αν σκεφτεί κανείς ότι ήδη υπάρχει ένας επιβαρυντικός παράγοντας που από μόνος του είναι ικανός να μειώσει το επίπεδο λειτουργικότητας των ασθενών αυτών.

β) στην πρόγνωση: Μερικές ενδιαφέρουσες εργασίες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες που εμφανίζουν μείζονα κατάθλιψη έχουν υψηλότερο ποσοστό τοπικής υποτροπής σε καρκίνο πρωίμου σταδίου.

Πολλοί ερευνητές έχουν προσπαθήσει να διερευνήσουν τους μηχανισμούς με τους οποίους οι διάφοροι ψυχολογικοί παράγοντες επιδρούν στην πορεία του καρκίνου του μαστού. Ιδιαίτερα έχουν μελετηθεί οι πιθανοί ανοσολογικοί μηχανισμοί που μπορεί να μεσολαβούν. Δύο τέτοιοι μηχανισμοί, που έχουν αναφερθεί στην σχετική βιβλιογραφία είναι οι ακόλουθοι:

α) Γυναίκες, που μια εβδομάδα μετά τη μαστεκτομή εμφανίζουν μεγαλύτερη δυσφορία και όχι καλή προσαρμογή εμφανίζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα των φυσικών κυτταροκτόνων κυττάρων.

β) Γυναίκες που 3 μήνες μετά τη μαστεκτομή χρησιμοποιούν το μηχανισμό της άρνησης εμφανίζουν μεγαλύτερη δραστηριότητα ανοσοσφαιρινών IgM σε σχέση με αυτές που χρησιμοποιούν το μηχανισμό της στωϊκής αποδοχής ή της μαχητικότητας. Η υπόθεση που έχει γίνει είναι ότι οι διάφοροι ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν την απάντηση του ανοσολογικού συστήματος του ασθενή και είτε να προκαλούν αύξηση των ανοσοσφαιρινών που δεν ενεργοποιούν το συμπλήρωμα (όπως IgG2 και IgG4), γεγονός που μπορεί να εμποδίζει την καταστροφή των καρκινικών κυττάρων, είτε να προκαλούν αύξηση των ανοσοσφαιρινών που ενεργοποιούν το συμπλήρωμα (όπως IgM ), γεγονός που μπορεί να βοηθά στην καταστροφή των καρκινικών κυττάρων.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ

Οι ψυχιατρικές επιπλοκές του καρκίνου του μαστού πρέπει πάντα να θεραπεύονται όταν είναι αρκετά σοβαρές, διότι μειώνουν δραματικά την ποιότητα ζωής των ασθενών και ενδεχομένως επηρεάζουν την πρόγνωση ιδίως των πρώιμων σταδίων.

1. Η θεραπεία της μείζονος κατάθλιψης που επιπλέκει τον καρκίνο του μαστού δεν διαφέρει ουσιαστικά στις αρχές της από τη θεραπεία άλλων μορφών κατάθλιψης. Ωστόσο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

α) Η πιθανότητα φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων είναι αυξημένη σε ασθενείς με καρκίνο λόγω της συμπληρωματικής χημειοθεραπείας που μπορεί να λαμβάνουν οι ασθενείς αυτοί ή/και της δυσλειτουργίας και άλλων οργάνων όπως του ήπατος. Απαιτείται λοιπόν γνώση της φαρμακοκινητικής και φαρμακοδυναμικής του σκευάσματος που χρησιμοποιείται και κατάλληλη ρύθμιση της ημερήσιας δόσης.

β) Η επιλογή για το αν η φαρμακοθεραπεία θα συνδυαστεί ή όχι και με ψυχοθεραπεία, οπωσδήποτε εξαρτάται από την κάθε περίπτωση. Ωστόσο μερικοί υποστηρίζουν ότι η παραπομπή μιας γυναίκας για ψυχοθεραπεία μπορεί να προσθέσει στο ήδη δυσβάστακτο φορτίο του καρκίνου και ένα άλλο : το στίγμα που χαρακτηρίζει ακόμη τις ψυχιατρικές διαταραχές. Η φαρμακοθεραπεία μόνη της δεν παρουσιάζει τέτοιους κινδύνους αφού μπορεί να χορηγηθεί ακόμη και από τον θεράποντα γιατρό σε συνεργασία με τον ειδικό.

2. Η θεραπεία των διαταραχών άγχους είναι επίσης επιβεβλημένη. Όταν η διαταραχή είναι βραχυχρόνια η χρήση βενζοδιαζεπινών φαίνεται να είναι μια καλή επιλογή χωρίς ιδιαίτερους κινδύνους για την δημιουργία εξάρτησης εφόσον προβλεφθεί η σταδιακή διακοπή τους. Σε περιπτώσεις που η αγχώδης διαταραχή είναι πιο μακροχρόνια η χρήση άλλων φαρμάκων είναι απόλυτα δικαιολογημένη.

3. Για τις σεξουαλικές διαταραχές σπάνια απαιτεί ειδική θεραπεία εκτός αν την ζητήσει η ίδια η γυναίκα. Βεβαίως, οι γυναίκες ασθενείς σπάνια θα αναφέρουν το θέμα αυτό στον γιατρό τους. Γι’αυτό κρίνεται σκόπιμο ο γιατρός να ρωτάει απευθείας την γυναίκα χρησιμοποιώντας ανοιχτές ερωτήσεις. Οι περισσότερες γυναίκες τότε με μεγάλη προθυμία θα απαντήσουν εάν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα και θα ενδιαφερθούν να μάθουν με ποιο τρόπο μπορούν να το λύσουν. Για τις ήπιες και παροδικές διαταραχές η απλή υποστήριξη είναι επαρκής.

Το κοινωνικό υποστηρικτικό σύστημα που διαθέτει η γυναίκα που νοσεί από καρκίνο του μαστού φαίνεται να παίζει κρίσιμο ρόλο στην προσαρμογή στη νόσο και στην επακόλουθη δυσφορία. Ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζουν τα μέλη της οικογένειας και ο σύζυγος της γυναίκας. Οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια αλλά και οι ευρύτερες διαπροσωπικές σχέσεις δεν φαίνεται να επηρεάζονται από τη νόσο και σε μερικές περιπτώσεις βελτιώνονται. Η αντίληψη από την ίδια την γυναίκα ότι της παρέχεται υψηλού βαθμού υποστήριξη από το περιβάλλον της αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα που βελτιώνει την προσαρμογή της.

Ο ρόλος παραγόντων του κοινωνικού περιβάλλοντος της γυναίκας στην πρόκληση καρκίνου του μαστού έχει μελετηθεί με διάφορες αναδρομικού τύπου επιδημιολογικές έρευνες. Μια τελευταία έρευνα με πολύ καλή μεθοδολογία έδειξε ότι σοβαρά γεγονότα ζωής κατά την διάρκεια των προηγουμένων 5 ετών πριν την διάγνωση, αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού από 3 έως 11 φορές. Τέτοια σοβαρά γεγονότα ζωής είναι μεταξύ άλλων ο θάνατος αγαπημένου προσώπου και η σοβαρή αρρώστια στο οικογενειακό περιβάλλον.

Η προσπάθεια αποκατάστασης των γυναικών που πάσχουν από καρκίνο του μαστού είναι σίγουρα μια επίπονη και ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για την ανίχνευση των πιθανών αιτιολογικών παραγόντων. Ωστόσο δεν πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει ότι οι ανάγκες των ασθενών που πάσχουν δεν ταυτίζονται πάντοτε με τις επιστημονικές ανάγκες και επιδιώξεις όσων έχουν το «προνόμιο» να διαγιγνώσκουν και να θεραπεύουν το νόσημα αυτό. Οι έρευνες πολλών ετών κατέδειξαν ότι οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην αποκατάσταση των ασθενών αυτών. Και ότι το έργο αυτό είναι ορθότερο να γίνεται από τους ίδιους τους θεράποντες που αναλαμβάνουν την καθαρά βιολογική θεραπεία, εκτός από ένα μικρό αριθμό ασθενών για τις οποίες απαιτείται συνεργασία ειδικών.-

ΜΕΝΗ ΜΑΛΛΙΩΡΗ
Επικ. Καθηγήτρια Ψυχιατρικής Παν. Αθηνών
Αντιπρόεδρος Ευρωπαϊκού Κέντρου για την
Πρόληψη και τον Έλεγχο των Νόσων

Ταξινομημένο σε: Εκδηλώσεις, Εσωτερικό, Ομιλίες - Χαιρετισμοί · Ετικέτες: