Άρθρα

Μένη Μαλλιώρη » Εκδηλώσεις, Εσωτερικό, Ομιλίες - Χαιρετισμοί » Η Ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα της δημόσιας υγείας

Η Ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα της δημόσιας υγείας

1ο Συνέδριο Φορέων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας

Οργάνωση: Ελληνική Ακτινολογική Εταιρεία & Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ιατρικών Διαγνωστικών Κέντρων

Η ίδρυση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΚΑΧ-1951, ΕΚΑΕ-1957, ΕΟΚ-1957) είχε σαν πρωταρχικό στόχο την δημιουργία ενός ενιαίου οικονομικού χώρου.

Η πρώτη σημαντική τροποποίηση των ιδρυτικών συνθηκών της Κοινότητας, πού αναγνώρισε εκτός από την οικονομική, και την κοινωνική διάσταση σαν τομέα δραστηριότητας της, έγινε το 1987 με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη.

Στο άρθρο 100Α(3) περιγράφεται η ανάγκη υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας, καθώς σχετίζεται με την λειτουργία της ενιαίας αγοράς,

Στο άρθρο 118Α περιγράφεται η προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στον χώρο εργασίας και,

Στο άρθρο 130Π τονίζεται η παράμετρος της υγείας στην περιβαλλοντική πολιτική της Κοινότητας . Είναι σαφές ότι όλες οι αναφορές στην δημόσια υγεία γίνονται σε τομείς που σχετίζονται η συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία της οικονομικής αγοράς. Δεν συνιστούν δηλαδή αυτόνομη κοινοτική κοινωνική πολιτική, αλλά εντάσσονται στο πλαίσιο της υγείας και ασφάλειας στο χώρο εργασίας.

Στη συνθήκη του Μάαστριχτ, συνθήκη Ευρωπαϊκής Ένωσης-1992,με τα άρθρα 3 και 129, δίνεται για πρώτη φορά νομικό περιεχόμενο στον τομέα της υγείας. Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά, στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου, στην πρόληψη των ασθενειών, στην αντιμετώπιση των μεγάλων πληγών της ανθρωπότητας και ειδικότερα της τοξικομανίας. Για την επίτευξη των στόχων αυτών τα κράτη μέλη και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεργάζονται και συντονίζουν σχετικές πολιτικές και προγράμματα. Αποκλείεται όμως κάθε προσπάθεια εναρμόνισης των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών.

Συνεπώς στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί συμπληρωματικά της οικονομικής ολοκλήρωσης και διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας, δηλαδή η Κοινότητα συμπληρώνει και υποστηρίζει τις δράσεις των κρατών μελών χωρίς να θίγονται στο παραμικρό, οι αρμοδιότητες των κρατών στον τομέα της οργάνωσης και της παροχής των υγειονομικών υπηρεσιών. Δεν διαμορφώθηκε ούτε με την συνθήκη αυτή, νομοθετικό πλαίσιο, αλλά μόνο πρωτοβουλίες συντονισμού και προοδευτικής σύγκλισης, χωρίς να προβλέπονται κυρώσεις, όπως συμβαίνει στις άλλες κοινοτικές πολιτικές. Το θετικό όμως της θέσπισης του άρθρου 129, ήταν η υλοποίηση προγραμμάτων δράσης στην δημόσια υγεία που συνέβαλαν σε κάποιο βαθμό και στην διαδικασία σύγκλησης.

 

Η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών οδήγησε με την συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997, στο νέο άρθρο 152, που αν και βελτίωσε τις προηγούμενες ανεπάρκειες, δεν εξασφάλισε την χάραξη ολοκληρωμένης πολιτικής υγείας, στην Κοινότητα. Στο άρθρο αυτό υπάρχουν δύο κυρίως αντιφάσεις.

Πρώτον, ενώ άλλες πολιτικές της Ένωσης έχουν επίπτωση στα συστήματα υγείας, αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στην συνθήκη, λόγω επικουρικότητας.

Η δεύτερη αντίφαση αφορά στους ίδιους τους στόχους της Κοινότητας. Ενώ περιγράφονται σαν βασικοί στόχοι, η υψηλή προστασία της δημόσιας υγείας, η πρόληψη, η αποτελεσματικότητα και η ποιότητα στις υπηρεσίες, δεν προβλέπονται διατάξεις που να διασφαλίζουν το αποτέλεσμα.

 

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε όμως ότι παρά την αναφερόμενη αντίφαση το άρθρο 152 ισχυροποιεί την υγεία στο πλαίσιο της Ένωσης και την εισάγει σαν προτεραιότητα, στις άλλες πολιτικές. Ποιο συγκεκριμένα ο σχεδιασμός και η εφαρμογή όλων των πολιτικών της Κοινότητας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις στην υγεία. Μια άλλη σημαντική παράμετρος είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 152 τα θέματα της υγείας διέπονται από την αρχή της συναπόφασης, Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου δηλαδή τα δύο σώματα μοιράζονται από κοινού την εξουσία στην λήψη αποφάσεων.

Η συνθήκη της Νίκαιας το 2000, με την υιοθέτηση του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συμπεριέλαβε την προστασία της υγείας σαν μία από τις βασικές συνιστώσες της αλληλεγγύης, δηλαδή σαν ένα, από τα έξι θεμελιώδη δικαιώματα. Ειδικότερα αναφέρεται ότι όλα τα πρόσωπα δικαιούνται πρόσβαση στην πρόληψη και στην ιατρική περίθαλψη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των εθνικών νομοθεσιών και πρακτικών. Χωρίς να παραβλέπεται η διγλωσσία που χαρακτηρίζει και πάλι την σχετική διατύπωση, αναγνωρίζεται η προσπάθεια της ισότητας και του εκδημοκρατισμού πού γίνεται, προκειμένου να ξεπερασθεί η αδυναμία συμφωνίας μεταξύ των κρατών μελών.

 

Βάσει του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, με το άρθρο 179, η δημόσια υγεία εξακολουθεί, να είναι αρμοδιότητα των κρατών μελών, με την Κοινότητα να παίζει ρόλο υποστηρικτικό, συντονιστικό και συμπληρωματικό. Παρά την διεύρυνση και την αναγκαιότητα εμβάθυνσης της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, καμία πρόβλεψη δεν λαμβάνεται για τις νέες προκλήσεις.

 

Και οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η Ενωμένη Ευρώπη των 25, στον τομέα της δημόσιας υγείας, είναι πολλές και ποικίλες. Ενδεικτικά αναφέρονται,

  • Η ελεύθερη κυκλοφορία επαγγελματιών υγείας, αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων (Ενιαία Εσωτερική Αγορα-ΕΕΑ)
  • Η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών και ο κίνδυνος μετάδοσης μολυσματικών νοσημάτων
  • Η διασυνοριακή ροή των ασθενών και το δικαίωμα υγειονομικής κάλυψης
  • Η χρηματοδότηση, παροχή και αποδοτικότητα των συστημάτων υγείας και κοινωνικής ασφάλισης
  • Η ιατρογένεση της ασθένειας (κλινική-κοινωνική-πολιτισμική)
  • Η ιατρική επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος, που δημιουργεί αυξανόμενη ζήτηση και κόστος
  • Η ηλικιακή γήρανση (1,7 παιδία ανά γυναίκα αντί του 2,1 που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή ενός πληθυσμού, αύξηση του μέσου όρου επιβίωσης)
  • Η ποικιλομορφία στην ηλικιακή και κατά συνέπεια υγειονομική δομή των περιφερειών, ανισότητες στην πρόσβαση των υπηρεσιών
  • Η μεταβαλλόμενη επιδημιολογική εικόνα με την σημαντική αύξηση των χρόνιων, καρδιαγγειακών παθήσεων και του καρκίνου
  • Η προσδοκία των πολιτών για, ασθενο-κεντρική, παροχή υπηρεσιών με ποιότητα, ενίσχυση του ρόλου και προστασία των δικαιωμάτων των ασθενών
  • Η παγκοσμιοποίηση και η προσπάθεια συνδυασμού του κοινωνικού κράτους με τα πλεονεκτήματα του ιδιωτικού τομέα

Τα τελευταία 30 χρόνια στα 15, πριν την διεύρυνση, κράτη μέλη σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές στους δείκτες υγείας.

·Αυξήθηκε το προσδόκιμο επιβίωσης κατά περίπου 8 χρόνια (από 71 το 1970 σε 79 χρόνια το 1997),

·Μειώθηκε η παιδική θνησιμότητα κατά 75% και,

·Περιορίστηκε η, από διάφορες αιτίες, πρόωρη θνησιμότητα (κάτω των 65 ετών) πλην των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα και μαστού, όπου σημειώνεται αύξηση.

Παρά τις υφιστάμενες διακρατικές διαφορές στους προαναφερόμενους δείκτες, πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2003), περιγράφει την σύγκληση των διαφορών αυτών. Αντίθετα, στα 10 νέα κράτη μέλη παρατηρείται επιδείνωση στον τομέα της υγείας δεδομένου ότι, όλες οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν σε τομείς που προωθούσαν τον στόχο κάλυψης, των κριτηρίων ένταξης. Ποιο συγκεκριμένα,

·Το μέσο προσδόκιμο επιβίωσης στις νέες χώρες υπολείπεται κατά 5,9 χρόνια το 1998, ενώ ήταν 5,5 χρόνια το 1990, σε σύγκριση με τον μέσο όρο των 15 κρατών της δυτικής Ευρώπης,

·Αντίστοιχα είναι και τα δεδομένα για την πρώιμη θνησιμότητα, που οφείλεται κυρίως σε μη μεταδοτικές ασθένειες, σχετιζόμενες με τον σύγχρονο τρόπο ζωής και με τα νέα πρότυπα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης των χωρών αυτών,

·Περίπου διπλάσιο είναι και το ποσοστό της παιδικής θνησιμότητας (παιδιά ηλικίας 1-14 ετών), με τα ατυχήματα της παιδικής ηλικίας να είναι 2,4 έως και 4,5 φορές περισσότερα. Εξαίρεση σε κάποια από τα προαναφερόμενα δεδομένα αποτελούν η Κύπρος και η Μάλτα.

Οι διακρατικές αυτές διαφορές, και όχι μόνο, οδηγούν στην διαπίστωση ότι τα κράτη μέλη παρουσιάζουν σημαντικές ανισότητες στον υγειονομικό τομέα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την τήρηση των κανόνων λειτουργίας της Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς, θέτουν το βασικό ερώτημα αν και κατά πόσο η οργάνωση των συστημάτων υγείας, είναι συμβατή με τα θεμελιώδη δικαιώματα όπως περιγράφονται στην Χάρτα και αν παράλληλα μπορούν, να αντιμετωπίσουν τις προαναφερόμενες προκλήσεις.

·Πως, για παράδειγμα εξασφαλίζεται σε μια Ελεύθερη Εσωτερική Αγορά που διαμορφώνεται από τους κανόνες του ανταγωνισμού και του κέρδους, η ισότιμη πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας;

·Θα δοθεί στον τομέα της υγείας προτεραιότητα, βασιζόμενη σε ένα ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης που κατοχυρώνει τα συλλογικά δικαιώματα και επιδιώξεις, η θα υποστηριχθεί το ατομικό δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής προϊόντων και υπηρεσιών υγείας;

Χαρακτηριστικό παράδειγμα προβληματισμού αποτέλεσε η διακίνηση φαρμακευτικών προϊόντων και ιατρικών συσκευών. Με την ίδρυση, το 1995, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Αξιολόγησης των φαρμάκων, θεσπίστηκαν οι κανόνες έγκρισης και εποπτείας των φαρμακευτικών προϊόντων σε κεντρικό κοινοτικό επίπεδο. Από πλευράς Επιτροπής όμως ο Οργανισμός υπάγεται στην Γενική Διεύθυνση που ασχολείται με τις Επιχειρήσεις και όχι στην Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας. Εύλογα αναρωτιέται κανείς κατά πόσο ο πρωταρχικός ρόλος του Οργανισμού είναι η διασφάλιση της υγείας, η η προώθηση των συμφερόντων της βιομηχανίας. Η κριτική που έχει ασκηθεί μέχρι στιγμής αφορά την διαφάνεια, την ανεξαρτησία και την αποτελεσματικότητα των φαρμάκων σε σχέση με το κόστος.

Με λίγα λόγια τα ερωτηματικά συνοψίζονται στο αν θα υπερισχύσουν οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς, η αν όπως θα έπρεπε, οι αρχές και αξίες που υπηρετούν το ύψιστο αγαθό της υγείας. Με βάσει τις ισχύουσες συνθήκες, και δεδομένου ότι η δημόσια υγεία στερείται νομικής βάσης, πρέπει να παραδεχθούμε ότι ενώ στις προθέσεις εκφράζεται η βούληση να προστατευθεί η υγεία, στην πράξη προστατεύονται τα οικονομικά συμφέροντα, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που η υγεία τίθεται σε κίνδυνο.

Τα τελευταία χρόνια, ένας άλλος σημαντικός δείκτης είναι ο προσδιορισμός του προσδόκιμου επιβίωσης, με πλήρη υγείας, έτη ζωής. Στις 15 χώρες ο μέσος όρος ζωής με πλήρη υγεία ανέρχεται σε 70,2 έτη (68,4 για τους άνδρες και 72 έτη για τις γυναίκες) ενώ στις νέες χώρες το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 63,6 έτη. Σημαντικό κρίνεται να αναφέρουμε ότι η, κατά 9 περίπου χρόνια, διαφορά μεταξύ του δείκτη επιβίωσης και του δείκτη επιβίωσης πλήρους υγείας, αναφέρεται σε χρόνια πού επιβαρύνουν οικονομικά το σύστημα υγείας δεδομένου ότι είναι χρόνια που χαρακτηρίζονται από την εμφάνιση μιας η περισσοτέρων νοσημάτων. Η διαπίστωση αυτή είχε δύο σημαντικές συνέπειες. Οδήγησε στην αντίληψη ότι η υγεία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον τρόπο που το άτομο ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της καθημερινής ζωής. Παράλληλα διαφοροποίησε σημαντικά το περιεχόμενο των πολιτικών στον τομέα της Δημόσιας Υγείας. Δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής και πολιτικής κοινότητας ασπάζεται την άποψη ότι εκτός από το βιολογικό υπόστρωμα κάθε ατόμου και την παρεχόμενη υγειονομική κάλυψη, οι συνθήκες διαβίωσης, ο τρόπος ζωής, η διατροφή, η σωματική άσκηση, το καθεστώς απασχόλησης, το επίπεδο εκπαίδευσης και εισοδήματος, το περιβάλλον, τα υποστηρικτικά κοινωνικά δίκτυα, παίζουν καθοριστικό ρόλο στην διατήρηση η μη, της σωματικής και ψυχικής υγείας του ατόμου. Σε σημαντικό βαθμό η αλληλεπίδραση αυτής της σχέσης εξαρτάται όχι μόνο από τις πολιτικές αποφάσεις αλλά και από την ατομική στάση και συμπεριφορά. Αν και οι ατομικές επιλογές καθορίζονται σε σημαντικό βαθμό από το ευρύτερο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό, φυσικό και επαγγελματικό περιβάλλον, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός, ότι μετατοπίζουν ένα μέρος της ευθύνης από την λεγόμενη κεντρική-περιφερειακή-τοπική διοίκηση και άσκηση πολιτικής, στην ατομική στάση και συμπεριφορά.

Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνώρισε την ανάγκη μεταρρύθμισης του συστήματος διακυβέρνησης. Ο κοινωνικός διάλογος, η διαρθρωτική χρηματοδότηση, τα προγράμματα δράσης και η Ανοικτή Μέθοδος Συντονισμού αποτελούν βασικά εργαλεία άσκησης της νέας πολιτικής. Τα ζητήματα αντιμετώπισης των αναγκών για υγεία και περίθαλψη σε μία γηράσκουσα κοινωνία επέβαλλαν,

·την προληπτική έναντι της θεραπευτικής προσέγγισης,

·την προσβασιμότητα των υπηρεσιών από όλες τις ηλικίες,

·την επάρκεια και ποιότητα της περίθαλψης,

·την προώθηση και ανάδειξη του ρόλου της αποκατάστασης,

·την οικονομική βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας

·την σύμπραξη-συμφιλίωση Δημόσιου και Ιδιωτικού τομέα

Έτσι περίπου έχει διαμορφωθεί η Ευρωπαϊκή πολιτική στον τομέα της δημόσιας Υγείας όταν το 2003, η επιδημία του συνδρόμου αναπνευστικής ανεπάρκειας (SARS), η απειλή για πανδημία γρίπης, η αντίσταση στα αντιβιοτικά, η εξάπλωση του Aids και άλλων μεταδοτικών νοσημάτων, οδήγησαν στην απόφαση ίδρυσης, με τον Κανονισμό 851/2004, του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Πρόληψης και τον Έλεγχο των Νόσων.

H αποστολή και οι αρμοδιότητες του Κέντρου είναι:

  • ο εντοπισμός,
  • η αξιολόγηση,
  • η έγκαιρη αντίδραση στην απειλή
  • και η γνωστοποίηση, των υφιστάμενων και διαφαινόμενων απειλών για την ανθρώπινη υγεία από μεταδοτικές νόσους και άλλες σοβαρές αιτίες.

Στο πλαίσιο της αποστολής του το Κέντρο

  • αναζητεί, συλλέγει, επεξεργάζεται και διαδίδει τα σχετικά επιστημονικά και τεχνικά στοιχεία
  • παρέχει επιστημονικές γνωμοδοτήσεις, επιστημονική και τεχνική υποστήριξη,
  • παρέχει έγκαιρη ενημέρωση στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη, τους κοινοτικούς και διεθνείς οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της δημόσιας υγείας
  • ανταλλάσει πληροφορίες, εμπειρίες, και βέλτιστες πρακτικές
  • ενημερώνει τους πολίτες για θέματα της δημόσιας υγείας.

Η εγκατάσταση του Κέντρου έγινε στην Στοκχόλμη τον Σεπτέμβριο του 2004 και τους επόμενους μήνες θα ολοκληρωθεί η διαδικασία της στελέχωσης προκειμένου να αρχίσει και η ουσιαστική λειτουργία του.

Είναι γενική διαπίστωση ότι η υγεία ως ύψιστο αγαθό πρέπει να παρέχεται ισότιμα και με ποιότητα σε όλους τους πολίτες. Αν αυτό μπορεί να γίνει πράξη θα φανεί στην πορεία. Δεν σας κρύβω όμως ότι και με την ιδιότητα μου σαν αντιπρόεδρος στο Ευρωπαϊκό αυτό Κέντρο παραμένω με την ερώτηση. Μπορεί πράγματι η Δημόσια Υγεία να ανταποκριθεί στους στόχους της σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον αν δεν ισχύσουν και για αυτήν, κάποιοι βασικοί κανόνες παγκοσμιοποίησης που θα διασφαλίζουν τις αρχές και τις αξίες όχι μόνο της υγείας αλλά της δημόσιας υγείας.

Ταξινομημένο σε: Εκδηλώσεις, Εσωτερικό, Ομιλίες - Χαιρετισμοί · Ετικέτες: